Κούλη Μαρία

Βρε, άντε και σιχτιρ!:  Ψάχνεις για το καλύτερο ρεστοράν; Μα, φυσικά, το πασίγνωστο Le curcuma bleu, ποιο άλλο. Μέσο βάζεις για να σου κλείσει τραπέζι η ιδιοκτήτρια, η Αγνή. Χρειάζεσαι μήπως καμιά διευκόλυνση; Δάνειο ντε, ξέρεις. Η Αγνή, ανιψιά του Σταμάτη του αρχιτοκογλύφου, θα το τακτοποιήσει και αυτό. Με το αζημίωτο, φυσικά. Τίποτα δεν της λείπει· εξυπνάδα, ομορφιά, οικονομική άνεση… Οι άντρες στα πόδια της. Ο Μάκης, σεφ στο ρεστοράν, είκοσι χρόνια νεότερος από αυτήν, το τελευταίο απόκτημα στη συλλογή της. Ένα κουσούρι έχει μονάχα η Αγνή· τόσο δα, μη φανταστείς. Κούλη Μαρία
Γεμίζει το σπίτι με παράταιρα πράγματα, δεν πετάει τίποτα. Για να το διαχειριστεί πάει σε Ψυ, τον «ψυχοτέτοιο», όπως λέει. Αναλύεται, παιδί μου, όπως το αίμα, ξέρεις. Και από εκείνη τη στιγμή, όλα παίρνουνε διαφορετικό δρόμο… Πόσο θα την αλλάξει η επαφή με τον Ψυ; Πώς έρωτας και προδοσία θα επηρεάσουνε τη ζωή της; Ποιος είναι ο Κρις και τι ρόλο θα παίξει στην ιστορία; Πώς δυο θάνατοι και ένα αναπάντεχο γεγονός θα γκρεμίσουνε τον κόσμο της; Θα καταφέρει να αντιδράσει στα αλλεπάλληλα χτυπήματα της μοίρας; Το ταξίδι αυτογνωσίας θα την βοηθήσει άραγε να βρει την αληθινή ευτυχία; Κούλη Μαρία
Πρωινή πρόβα στο δημοτικό άλσος. Σειρά μου να βγω στη σκηνή. «Όπως είπαμε» θυμίζει ο Κρις. «Εμφανίζεσαι με το μαχαίρι στο χέρι μεθυσμένη από την πράξη σου. Είσαι περήφανη που μόλις σκότωσες τον άντρα σου τον Αγαμέμνονα και την Κασσάνδρα. Καμαρώνεις… Εμπρός! Αφήσου να το νιώσεις στο πετσί σου». Βαθιά εισπνοή, απότομη εκπνοή από το στόμα και… ξεκινάω:
«… Με δίχτυ απέραντο, όπως εκείνο για τα ψάρια, με πλούσιο ρούχο ολέθριο τον τυλίγω και τον χτυπάω δυο φορές. Δυο στεναγμοί και το κορμί του παραλύει. Και, όπως είναι πεσμένος…» Σηκώνω το μαχαίρι. Κούλη Μαρία
«…τον χτυπάω τρίτη φορά, σα να ’χα κάνει τάμα στον Άδη, του κάτω κόσμου σωτήρα των νεκρών. Πεσμένος χάμω, ξερνάει την ψυχή του. Καθώς πετιέται ορμητικά, το αίμα του μαύρες στάλες με ραντίζει, φονική δροσιά…» Τόσο αληθινό! Σχεδόν αισθάνομαι πιτσιλιές να πέφτουνε πάνω στο πρόσωπό μου! Φρένα στριγγλίζουνε. Μια μαύρη γυαλιστερή Τζάγκουαρ σταματάει κοντά στο σημείο που γίνεται η πρόβα. Ο οδηγός βγαίνει, μας πλησιάζει. «Καλημέρα, Αγνή… έκπληξη!»
Εκείνος! Ώρα που βρήκε να κάνει την εμφάνισή του! Οι πόρτες του αυτοκινήτου ανοίγουνε. Προβάλλει μια νεαρή ξανθιά. Πίσω της, δύο κοριτσάκια, δίδυμα, τρέχουν φωνάζοντας: “Daddy, daddy!”
Εκείνος μου σκάει ένα χαμόγελο κοροϊδευτικό. «Οι κόρες μου… και η μητέρα τους.» Σηκώνω το μαχαίρι και, χωρίς δεύτερη σκέψη, ορμάω πάνω του. Τρώει δύο γερές, ύστερα τρίτη… Πέφτει. Κούλη Μαρία
Η Μαρία Κούλη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά και εργάστηκε σε Τράπεζα. Η πρώτη της ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 2006.
Δείτε παρουσιάσεις βιβλίων εδώ.
Κούλη Μαρία

Μπορεί επίσης να σας αρέσει…