Σύναξη 158

Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ι Κ Ο: Πένθη, ή Πώς να παλέψεις με την αδίδακτη ύλη;
Στον όρθρο του Μ. Σαββάτου, καθώς δηλαδή ξεμυτίζει η Ανάσταση του Χριστού, τα σπλάχνα των χριστιανών τα δονεί μια διαβεβαίωση. Η οποία δένει τη δοκιμασία με την ελπίδα: «Βασιλεύει, αλλ’ ουκ αιωνίζει άδης του γένους των βροτών» («Κυριαρχεί ο θάνατος στο γένος των θνητών, όχι όμως για πάντα»).
Στο «ουκ αιωνίζει» χτυπά η καρδιά της πίστης, η λαχτάρα της Ανάστασης, η προσδοκία της λύσης η οποία είναι αδύνατο να προκύψει αν δεν χαριστεί από τον συμ-πονετικό και αναστημένο Χριστό. Όμως η δεξίωση αυτής της ελπίδας δοκιμάζεται πάνω στο αμόνι τού «Βασιλεύει…», όταν δηλαδή «σπαραττόμεθα τα σπλάχνα» μπροστά στην απώλεια των αγαπημένων. Να το πούμε αλλιώς. Άραγε η ελπίδα, σαν βροχούλα, θα δροσίσει το κεκαυμένο έδαφος ή, αντιθέτως, θα εξατμιστεί μόλις το ακουμπήσει; Αυτά τα δύο μάλιστα δεν συμβαίνουν πάντα με τρόπο διαζευκτικό. Συχνά το ένα διαδέχεται το άλλο. Η πίστη παραμένει άθλημα, πυκνά υφασμένη με την αγάπη και με την απαίτηση, η αγάπη να μην έχει λήξη.
Το αφιέρωμά μας δεν προσεγγίζει καθαυτόν τον θάνατο. Προϋποθέτει μεν την χριστιανική διδασκαλία ότι ο τελευταίος εχθρός που θα συντριφθεί είναι ο θάνατος, αλλά αυτό που προσεγγίζει είναι οι στάσεις όσων μένουν πίσω, και οι οποίοι πενθούν ή απωθούν το πένθος, αποζητούν απαντοχή ή παραιτούνται. Και παράλληλα, το αφιέρωμα προσεγγίζει τις στάσεις όσων απευθύνονται στους πενθούντες μιλώντας, σιωπώντας, αγγίζοντας… Έτσι, το αφιέρωμα προσεγγίζει τα πένθη, ηθελημένα σε πληθυντικό αριθμό. Είναι τόσο πολλοί οι ανθρώπινοι δρόμοι! Σύναξη 158
Ο Διονύσης Σκλήρης επισημαίνει θεολογικούς άξονες του πένθους, σε αντίστιξη προς την ιδιάζουσα στάση του σύγχρονου, αποχριστιανισμένου πολιτισμού απέναντι στον θάνατο, είτε με την αποσιώπηση, είτε με τον εξωραϊσμό του. Παράλληλα, ο Πάνος Νικολόπουλος σκιαγραφεί τον κόσμο των «περιλειπομένων» [3], δηλαδή όσων απομένουν στη ζωή, ζώντας με ποικίλη ένταση την αναχώρηση του ανθρώπου τους και γενόμενοι δέκτες οι ίδιοι ποικίλων στάσεων.
Στη συνέχεια αγγίζουμε μια κορυφαία αμηχανία: Τι μπορεί άραγε να πει ή να κάνει κάποιος που ίσταται ενώπιον του τσακισμένου από την απώλεια; Και μάλιστα, τι μπορεί να πει ή να κάνει κάποιος που στα μάτια των πενθούντων «εκπροσωπεί» την πίστη (όπως μια θεολόγος, μια μοναχή, ένας ιερέας;). Μιλούν από την οπτική κι από την εμπειρία τους η Σουλτάνα Γκαργκάνα, ο π. Νικόλαος Δουληγέρης, η ηγουμένη Θεοξένη και π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος.
Εκτός όμως από αυτές, τις –ας πούμε– προσωπικές «εξετάσεις», υπάρχει και η έγνοια, ο λόγος, η παράκληση που εκφράζονται με την νεκρώσιμη ακολουθία. Ο π. Χρυσόστομος Νάσσης λοιπόν διατυπώνει προβληματισμούς για την εν χρήσει ακολουθία, και για την δυνατότητα αλλαγών της, ώστε η παρηγορητική λειτουργία της να γίνει εναργέστερη. Από την άλλη, ο π. Φίλιππος Ζυμάρης εξετάζει ένα ζήτημα, το οποίο έχει ανακύψει σχετικά πρόσφατα. Είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες ο απελθών αποτεφρώνεται κατ’ επιθυμία του, για διαφόρους λόγους και ειδικά λόγω αθεΐας του. Αν όμως οι περιλειπόμενοι οικείοι του είναι πιστά μέλη της Εκκλησίας, επιθυμούν τόσο την παρηγορητική για τους ίδιους φωνή της Εκκλησίας, όσο και την συμπροσευχή της κοινότητας. Ο συγγραφέας λοιπόν εξετάζει την ανάγκη σύνθεσης μιας άλλης νεκρώσιμης ακολουθίας γι’ αυτές τις περιστάσεις.
Την αναμέτρηση με τον θάνατο σε διαφορετικά πεδία ζυγίζουν τα κατοπινά κείμενα. Πρώτα απ’ όλα, ο Δημήτρης Κυριαζής εξετάζει τον «ψυχικό θάνατο». Δηλαδή την καταβύθιση του ανθρώπου σε μια φοβερή κατάσταση, μη-πραγματικής ζωής ούτε κυριολεκτικού θανάτου. Ο συγγραφέας προτείνει την διάνοιξη στην αγάπη ως ατραπό εξόδου από τον «θάνατο» αυτόν. Σύναξη 158
Η Μαρία Μπούρη, έπειτα, μάς πηγαίνει σε μιαν από τις εσχατιές της ανθρώπινης ζωής. Στην οδυνηρή εμπειρία της απώλειας ενός νεογέννητου βρέφους, ή ενός εμβρύου κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ο δε π. Σπυρίδων Ροϊνάς φτάνει σε άλλην εσχατιά. Στην καθημερινή πάλη ογκολογικών ασθενών τελικού σταδίου με διαφόρους «θανάτους» (τον επικείμενο βιολογικό, τον κοινωνικό ή συναισθηματικό κλπ). Ιδιότυπη εσχατιά της ζωής όμως είναι συχνά και μια άλλη συνθήκη. Η εγκαταβίωση στη φυλακή και η γεύση πένθους για πολλών ειδών απώλειες (τις οποίες κάποιος είτε προκαλεί είτε μόνο υφίσταται), πάντα μαζί με την ιχνηλασία της ελπίδας. Γράφουν δύο εκπαιδευτικοί σε σχολεία φυλακών, ο Κυριάκος Κωλέσης και ο Κλήμης Πυρουνάκης.
Η Ρίικκα Πατρικάινεν ερευνά αντιστοιχίες μεταξύ των λαϊκών παραδόσεων του μοιρολογιού στους Ορθοδόξους αφ’ ενός της Φινλανδικής Καρελίας και αφ’ ετέρου της Ελλάδας. Παρόμοια, ο π. Στυλιανός Τζινευράκης σχολιάζει τοπικά έθιμα στη χώρα μας. Αμφότεροι καταδεικνύουν ότι οι παραδόσεις αυτές άλλοτε σαρκώνουν την χριστιανική ελπίδα, κι άλλοτε τη συσκοτίζουν.
Το αφιέρωμα κλείνει ο Κωνσταντίνος Μπλάθρας, ανοίγοντάς μας στην πανανθρώπινη σκηνή μέσω της σκηνής του κινηματογράφου. Η οποία κάποτε κατορθώνει να αγγίξει τα μυστήρια του θανάτου, άλλοτε τα προσπερνά, άλλοτε τα ευτελίζει.
Είναι παράδοξο! Γράφουμε τάχα για άλλους, κι όμως τόσα πολλά αφορούν στην πραγματικότητα εμάς τους ίδιους. Και βέβαια το διαγώνισμα δεν μπορούμε να το αποφύγουμε, όσο κι αν τα άρρητα πάντα μας ξεπερνούν. «’Υλη αδίδακτη ο θάνατος», όπως μας είχε πει η ποιήτρια. Θ.Ν.Π.
Η ρήξη με το μηδέν (2η Έκδοση)!   Βιβλίο Θανάση Παπαθανασίου «Η ΡΗΞΗ ΜΕ ΤΟ ΜΗΔΕΝ – Σφηνάκια Πολιτικής Θεολογίας».
Σύναξη 158

Βάρος0.182 kg
Διαστάσεις17 × 24 cm
συγγραφέας:

Συλλογικό έργο

Αριθμός σελίδων:

120

Αξιολογήσεις

Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.

Δώστε πρώτος μία αξιολόγηση “Σύναξη 158”

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει…