prosopo christou ston kazantzaki

Περιεχόμενα:
Αντί Προλόγου. Φτάσε όπου δεν μπορείς! Εισαγωγή. Κεφάλαιο α’. Η εποχή της αμφισβήτησης. Οι μεγάλοι σταθμοί στη ζωή και στο έργο του. Οι αληθινοί λόγοι της πολεμικής εναντίον του Καζαντζάκη. Κεφάλαιο β’. Το πρόσωπο του Χριστού στο Νίκο Καζαντζάκη. Ο Χριστός στη ζωή του μεγάλου Κρητικού. Το πρόσωπο του Χριστού στο Νίκο Καζαντζάκη. Αγγίζοντας τη Χαλκηδόνα – Ένα ταξίδι στη χριστοκεντρική ανθρωπολογία του Νίκου Καζαντζάκη. Κεφάλαιο γ’. Προς ένα Θεοκεντρικό ανθρωπισμό. Η πίστη στην Ανάσταση. Ασκητική – Η κραυγή του Θεού για βοήθεια και ο αγώνας του ανθρώπου. Η αναζήτηση του Θεού και ο άνεμος της λευτεριάς – Οι αληθινοί φίλοι του Θεού. Επίλογος. Παράρτημα. Το πρόσωπο του Χριστού στο Νίκο Καζαντζάκη. Η ολιστική ανθρωπολογία του Νίκου Καζαντζάκη. Ντοκουμέντο Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ευρετήρια. Ευρετήριο ελληνικό. Εννοιών. Ονομάτων. Ευρετήριο ξενόγλωσσο. Εννοιών. Ονομάτων
Περισσότερες πληροφορίες για την συγγραφέα καθώς και το σύνολο των βιβλίων της που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αρμός. Δείτε εδώ
Δείτε την παρουσίαση του βιβλίου στον Αρμό εδώ (VIDEO)
prosopo christou ston kazantzaki

Βάρος 0.55 kg
Διαστάσεις 14 × 21 cm
Συγγραφέας:

Μαρία Χατζηαποστόλου

Σελίδες:

388

isbn13:

978-960-527-779-6

1 κριτική για Το πρόσωπο του Χριστού στο Νίκο Καζαντζάκη

  1. armosbooks

    Άννα-Μαρία Παπαδάκη
    Το βιβλίο της Μαρίας Χατζηαποστόλου, το οποίο, μάλιστα έχει βραβευθεί με το Α’ Διεθνές Βραβείο Νίκος Καζαντζάκης, πιστεύω ότι αποτελεί μια σημαντική συμβολή στην αποκατάσταση του Νίκου Καζαντζάκη ως κατεξοχήν εκπροσώπου της Ορθόδοξης παράδοσης, εμπλουτισμένης με το οικουμενικό πνεύμα. Η παράλληλη ανάγνωση του έργου του Καζαντζάκη με τα συγγράμματα των πατέρων της Εκκλησίας που επιχειρείται εδώ, αποδεικνύει τη συμπόρευση του πνεύματος, τη συνύπαρξη στην ίδια παράδοση, όπως ο καθένας τη βιώνει και την εκφράζει με το δικό του τρόπο. Διαβάζοντας το βιβλίο κατανοεί κανείς την εκκλησιαστική διάσταση του έργου του Καζαντζάκη: ο Κρητικός διαρκώς ρωτάει, αναρωτιέται, αναζητεί, αγωνιά για το Χριστό και για τον άνθρωπο. Οι απαντήσεις που δίνει (όταν δίνει) είναι το αποτέλεσμα της δικής του αγωνίας και των δικών του καημών. Ακόμα και οι απαντήσεις έχουν μέσα τους ερωτήματα, και έτσι ποτέ δεν ανάγονται από τον ίδιο σε δόγματα. Η αγωνία του Καζαντζάκη, όμως, όπως εύγλωττα μας παρουσιάζει το βιβλίο, δεν αφορά μόνο στις δικές του προσωπικές πνευματικές αναζητήσεις, αλλά- όπως γίνεται φανερό από το σύνολο του έργου του- γίνεται καημός και για την ίδια την Εκκλησία, για το λαό του Θεού. Ας μην ξεχνάμε τη διαβρωτική δράση των διαφόρων «χριστιανικών» αδελφοτήτων και σωματείων, με τρομακτική επίδραση, τόσο στην επίσημη Εκκλησία, όσο και στις ψυχές των πιστών, που συνέβαινε ακριβώς κατά τη διάρκεια της ζωής και της δημιουργίας του Καζαντζάκη, και η οποία είχε καταντήσει το Χριστό ένα εκτρωματικό ιδεολόγημα. Δεν είναι, φυσικά, τυχαίο, το γεγονός ότι αυτές οι αδελφότητες είχαν πολεμήσει χυδαία τον Καζαντζάκη, και η επίδρασή τους κρατάει μέχρι και σήμερα. Πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Καζαντζάκης επανειλημμένως παρουσιάζει το Χριστό στο έργο του, και όπως ανάγλυφα και εμπεριστατωμένα παρουσιάζεται στο βιβλίο, προκάλεσε τους εκπροσώπους του ηθικισμού και του ευσεβισμού, που αγωνίζονταν να εξαφανίσουν τον άνθρωπο και να δημιουργήσουν άσαρκα όντα, ελεύθερα από πειρασμούς και από αγώνες. Ο ανθρώπινος Χριστός του Καζαντζάκη, ο Χριστός ως το πρότυπο του κάθε ανθρώπου, τον οποίο η συγγραφέας κατορθώνει να μας τον γνωρίσει και να μας τον αναλύσει με ενάργεια, έρχεται σε αντίθεση με την αποστειρωμένη ηθική των κλειστών αυτών πιετιστικών σχημάτων, γιατί είναι υπερβολικά σάρκινος γι’ αυτά. Αλλά στην πραγματικότητα, η αίρεση κρύβεται εκεί όπου ανθεί η υπερβολική ευσέβεια και ο υπερβολικός εγωισμός. Μπορούμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, ότι η προσέγγιση του προσώπου του Χριστού από τον Καζαντζάκη γίνεται στα πλαίσια της οντολογίας, και όχι της ηθικής, μια προσέγγιση κατεξοχήν ορθόδοξη: ο Χριστός δεν πολέμησε την αμαρτία, αλλά την υποκρισία, όπως εμβριθώς σημειώνει η συγγραφέας, και αυτός είναι και ο Χριστός που περιγράφει στο έργο του ο Καζαντζάκης. Εν τέλει, ο Καζαντζάκης συναντά το Χριστό μέσα από τον άνθρωπο, και τον άνθρωπο μέσα από το Χριστό. Ο θείος έρωτας, η αγάπη, η ελευθερία, η ανεξάντλητη ευσπλαχνία του Θεού, όπως μας τα διηγείται ο Καζαντζάκης μέσα απ’ το έργο του, και μας τα παρουσιάζει η συγγραφέας, αποτελούν βασικά γνωρίσματα της ορθόδοξης θεολογίας, ενώ τονίζεται η πίστη του Κρητικού στην Ανάσταση, και όχι η απόρριψή της, πράγμα για το οποίο συχνά κατηγορείται. Για τον Καζαντζάκη η Ανάσταση- πνευματική αλλά και σωματική- είναι η καταξίωση του σώματος και της ύλης, η νίκη επί του θανάτου και της απελπισίας, η μόνη πραγματική ελευθερία, η οποία πάντοτε περνάει μέσα από την οντολογική σχέση με το Χριστό, μέσα από τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας- και κυρίως μέσα από τη Θεία Ευχαριστία- μέσα από την αγάπη και τη μνήμη των νεκρών. Ο Καζαντζάκης είχε κατανοήσει ότι ο δρόμος του ανθρώπου προς τη σωτηρία είναι η πάλη του με το Θεό, και η σωτηρία του Θεού από τον άνθρωπο. Διαβάζοντας την «Ασκητική», η συγγραφέας αναλύει τη θεμελιώδη αυτή παράμετρο της σκέψης του μεγάλου Κρητικού και τη συνδέει με τη σκέψη των πατέρων της Εκκλησίας, παρ’ όλο που σε μια πρώτη ανάγνωση φαίνεται τελείως αντίθετη από αυτήν. Για τον Καζαντζάκη, ο άνθρωπος καλείται να επιλέξει είτε το δύσκολο ανήφορο, το δρόμο προς την αναζήτηση του Θεού, είτε τον κατήφορο, το δρόμο της απώλειας, συνειδητοποιώντας τους περιορισμούς της κτιστής του φύσης και οδηγούμενος στη σύζευξη αποφατικής και καταφατικής προσέγγισης του θείου, χωρίς, όμως, να εκμηδενίζεται η σάρκα και να αποθεώνεται το πνεύμα, αφού ο μεγάλος Κρητικός θεωρούσε τα δύο βασικά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης ως ένα ενιαίο σύνολο. Ο- κατά τον Καζαντζάκη- εκμηδενισμός του ανθρώπου, όπως πολύ σωστά τονίζει η συγγραφέας δεν είναι η εξαφάνισή του, αλλά η αποδόμησή του, η αποδοχή της αδυναμίας του και η άνευ όρων παράδοσή του στα χέρια του Θεού. Η συγγραφέας, βέβαια, δε μας αφήνει να ξεχάσουμε ότι δε μελετά το έργο ενός θεολόγου, αλλά ενός λογοτέχνη, πράγμα πολύ σημαντικό, έτσι ώστε να αποφεύγονται επικίνδυνες υπεραπλουστεύσεις και γενικεύσεις. Έτσι η αγωνία του Καζαντζάκη για το πρόσωπο του Χριστού, όπως εκφράζεται κυρίως μέσα από τον «Τελευταίο Πειρασμό», αγωνία που αφορά σε συγκεκριμένες περιοχές της Χριστολογίας της Εκκλησίας, όπως ο τρόπος της ένωσης των δύο φύσεων του Χριστού, οι συνέπειες της Σάρκωσης για τον άνθρωπο και η ύπαρξη ή όχι γνωμικού θελήματος στο Χριστό, δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως δογματικές διατυπώσεις, αλλά-όπως λέχθηκε και παραπάνω- ως το πενταπόσταγμα της υπαρξιακής αναζήτησης ενός ανήσυχου ανθρώπου. Και, όπως εύκολα αποδεικνύει η συγγραφέας, η αγωνία και η αναζήτηση του Καζαντζάκη, έρχονται να συναντήσουν τη διδασκαλία των πατέρων της Εκκλησίας, και κυρίως της Συνόδου της Χαλκηδόνας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ταυτίζονται μαζί της, αφού ο Καζαντζάκης δεν είναι θεολόγος. Άλλωστε, η σκέψη του Καζαντζάκη σε καμία περίπτωση δε θεωρείται ότι έχει κάποια «δογματική» βαρύτητα, αφού ο ίδιος αρνείται κάθε υποψία βεβαιότητας. Εν τέλει, ο Θεός ρισκάρει δημιουργώντας έναν απόλυτα ελεύθερο άνθρωπο, και ο Καζαντζάκης, αυτό το ρίσκο, αυτήν την απουσία βεβαιότητας που διέπει ολόκληρη τη δημιουργία, την εκφράζει με τον πλέον συγκλονιστικό και υπαρξιακό τρόπο στο έργο του.

Προσθήκη μίας αξιολόγησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μπορεί επίσης να σας αρέσει…