Προσφορά!
topos-chronopios thoma

Τόπος Χρονοποιός

Παναγιώτης Θωμά

Κοινότητα, φιλοπατρία, ετεροτοπία και ο τόπος των εσχάτων στα κείμενα των Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και Wendell Berry

Η περίπτωση Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και Wendell Berry, τους οποίους συνδέει ευφυώς ο Παναγιώτης Θωμά, δηλώνει ευρηματικά τη σημασία της εν χρόνω αυτογνωσίας του τόπου, μέσα σε ένα φως που «μας τυφλώνει λιγότερο, αν έχουμε ονειρευτεί ορατά αντικείμενα», όπως το λέει ποιητικά ο Νοβάλις.

Η διερεύνηση του πνευματικού γενετικού υλικού των δύο φυσιοκρατικώς θεολογούντων συγγραφέων και οι δημιουργικές προϋποθέσεις που θέτει υπό ποικίλες γωνίες στην ευαισθησία και την κρίση του αναγνώστη ο Παναγιώτης Θωμά, οδηγούν στο βασικό ζητούμενο: η συνάντηση αυτών των δύο να λειτουργήσει και ως δική μας συνάντηση με την ουσία του αληθινού μας προσώπου, έτσι ώστε ο «βυθισμός μέσα στον κόσμο» (Berry) ν’ αποτελεί τη «σύσμιξη ονείρου και πράξης» που μας βοηθεί «να παντρευόμαστε τα πράγματα εν ονόματι των πραγμάτων και όχι του εαυτού μας» (Πεντζίκης).

Ο στιβαρός ερευνητής, με την φιλόπονη εργασία του, καθιστά οικείο τον «ενιαίο πολλαπλασιασμό», Αυτόν που γίνεται πολλά παραμένοντας Ένας, καθώς υπερβαίνει τον χρόνο και τον χώρο αναπαρθενεύοντας με Αγαθότητα όλο τον κόσμο.
Κυριάκος Χαραλαμπίδης

 25.00  20.00

Email
Compare
Κωδικός προϊόντος: 978-960-527-999-8 Κατηγορίες: , Ετικέτα:
  • Επιπρόσθετες Πληροφορίες
  • Αξιολογήσεις (2)
Weight 0.90 kg
Dimensions 17 x 24 cm
Συγγραφέας

Παναγιώτης Θωμά

Σελίδες

556

isbn13

978-960-527-999-8

2 reviews for Τόπος Χρονοποιός;
  1. armosbooks

    Το βιβλίο του Παναγιώτη Θωμά πραγματεύεται την σχέση του ανθρώπου με τον τόπο, μέσα από το έργο δύο συγγραφέων, του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και του αμερικανού Wendell Berry και συγκεκριμένα, τη βαθύτατα οντολογική σχέση που προκύπτει μέσα από τη σύνδεση του ανθρώπου με τον τόπο. Ο τόπος, στα βιβλία των δύο πεζογράφων- συγκεκριμένα η Θεσσαλονίκη για τον Πεντζίκη και το Port Royal, μια κωμόπολη του αμερικανικού νότου για τον Berry, ή αλλιώς, το Port William, το alter ego του Port Royal στα μυθιστορήματά του- θεωρείται ως στοιχείο ιερό, μέσα από την σχέση με αυτόν, η οποία ενυπάρχει σε κάθε εκδήλωση της ζωής: τη διαρκή περιπλάνηση σε αυτόν, κάτι πολύ έντονο στο έργο του Πεντζίκη, και κυρίως μέσα από την εργασία, όπως τονίζεται από τον συγγραφέα-γεωργό Berry, για τον οποίο η εργασία αποτελεί ιεροτελεστία και ο γεωργός/καλλιεργητής αποτελεί οικονόμο των Μυστηρίων του Θεού.
    Αυτό, λοιπόν, στο οποίο αποσκοπεί κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, και κυρίως η εργασία, είναι η ένωση με τη φύση και το θείο στοιχείο το οποίο ενοικεί σε αυτήν- κάτι που ο Berry ονομάζει «Επανένωση»- όχι με τρόπο πανθεϊστικό, αλλά με τον τρόπο των Πατέρων της Ορθόδοξης Εκκλησίας: πρόκειται για τη μετοχή στις θείες ενέργειες που διέπουν και ζωογονούν τη Δημιουργία. Είναι ένα ολιστικό σύστημα, το οποίο περιλαμβάνει και ενοποιεί όλες τις εκδηλώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας, οι οποίες θεωρούνται ιερές και οδηγούν στην μετοχή του θείου. Τα πάντα, λοιπόν, αποσκοπούν στην αναζήτηση της Βασιλείας του Θεού, μια αναζήτηση που ο Berry ονομάζει «Υπερέχουσα Οικονομία», και οτιδήποτε αποτελεί κομμάτι αυτής της αναζήτησης, είναι ιερό. Η σχέση, λοιπόν, με τον τόπο περνά μέσα από τη σχέση με τους ανθρώπους, οι οποίοι κατοικούν σε μία συγκεκριμένη κοινότητα και συμβιώνουν μαζί μας.
    Τόπος, λοιπόν, είναι και οι άνθρωποι: αυτοί με τους οποίους ζούμε, αλλά και όσοι έχουν φύγει. Η σχέση των ζώντων με τους τεθνεώτες εξετάζεται κυρίως μέσα από τα γραπτά του Πεντζίκη, ο οποίος βασίζεται σε στέρεες θεολογικές, εκκλησιολογικές και ως εκ τούτων, χριστολογικές βάσεις. Ο Berry, εξαιτίας του δικού του, τελείως διαφορετικού θρησκευτικού πλαισίου, δεν κατορθώνει να βιώσει μία οντολογική σχέση με τους νεκρούς. Η διαφορά, λοιπόν, υφίσταται στο γεγονός ότι ο Πεντζίκης είναι απόλυτα εκκλησιαστικός ενώ ο Berry κοινοτικός, ο Πεντζίκης χριστολογικός, ενώ ο Berry θεολογικός με την ευρύτερη έννοια.
    Για τον Πεντζίκη, λοιπόν, δεν υφίσταται χάσμα ανάμεσα στους ζώντες και τους κεκοιμημένους, ούτε και λήθη των νεκρών. Ο χρόνος, που ταυτίζεται με το πρόσωπο του Χριστού, σβήνει κάθε διαφορά ανάμεσα στους νεκρούς και τους ζώντες. Ο Berry από τη δική του πλευρά κατανοεί, θεάται τους νεκρούς εντός μια πλημμύρας φωτός, το οποίο ερμηνεύεται ως το άκτιστο φως. Ο αμερικανός συγγραφέας, όμως, δεν εμβαθύνει στην πεποίθησή του για την ανάσταση. Εδώ θα πρέπει να εντοπιστεί ένα πολύ σημαντικό στοιχείο του βιβλίου: ο συγγραφέας της μελέτης δεν προσπαθεί να βγάλει συμπεράσματα εκεί που δεν υπάρχουν, ούτε και να ταυτίσει θεολογικές απόψεις με τα γραφόμενα των δύο λογοτεχνών, χωρίς αυτό να συμβαίνει πραγματικά. Αντίθετα, θέτει το δάκτυλο επί τον τύπον των ήλων, εντοπίζοντας τις ελλείψεις, τις μονομέρειες και τις όποιες αποκλίσεις, χωρίς, όμως, ποτέ να διακόπτει το δημιουργικό, ουσιαστικό και γόνιμο διάλογο με τη θεολογική παράδοση.
    Επιστρέφοντας στον Πεντζίκη, για τον συγγραφέα της Θεσσαλονίκης υπάρχει ομορφιά, όχι αόριστα στη μνήμη των νεκρών, αλλά στο ίδιο το νεκρό σώμα, για την εντόπιση της οποίας χρειάζεται άσκηση, ενώ για τον Berry υφίσταται απλώς μία συμπάθεια για τους νεκρούς: πρόκειται για μία αγαπητική σχέση με τους νεκρούς, στην οποία, όμως, ο Πεντζίκης, μέσα από το βάθος της ορθόδοξης θεολογίας, φτάνει σε τεράστια ύψη, κάτι που μάλλον δεν καταφέρνει ο Berry. Τα διαφορετικά περιβάλλοντα στα οποία ανήκουν οι δύο συγγραφείς δεν τους επιτρέπουν να συναντηθούν στο σημείο αυτό, αλλά και πάλι, συναντιούνται σε μια ευρύτερη βάση: σε αυτήν της σημασίας της ύλης στη σχέση μας με τον Θεό: «μόνο δια του σώματος μπορώ να δοξάσω πλήρως τον Κύριο» κατά Πεντζίκη.
    Ο υπερβολικός τονισμός της κοινότητας, του γενέθλιου τόπου θα μπορούσε, ίσως, να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι δύο συγγραφείς είναι υπερβολικά τοπικιστές, ενώ, αντίθετα, έχουν ένα ευρύ οικουμενικό πνεύμα, το οποίο έχει ως αφετηρία τον δικό τους τόπο.
    Η οικουμενικότητα, λοιπόν, για τον αμερικανό συγγραφέα αρχίζει από την φιλοπατρία, η οποία αναφέρεται σε συγκεκριμένη ανθρώπινη κοινότητα. Η αφηρημένη φιλοπατρία, αυτή που συνδέεται όχι με τον τόπο, αλλά με ιδέες και ιδεολογίες είναι επικίνδυνη. Η έννοια της εθνικής ή και της οικουμενικής κοινότητας είναι χωρίς νόημα αν υφίσταται ξεχωριστά από την συνείδηση και την πραγματικότητα της τοπικής κοινότητας. Για τον Berry, λοιπόν, η φιλοπατρία είναι ανθρωποκεντρική, αλλά ταυτόχρονα και χριστοκεντρική, αφού ταυτίζεται με την αγάπη για τους ελάχιστους, την πάσχουσα αγάπη, η οποία είναι ενσαρκωμένη και όχι αφηρημένη και εδώ συναντά τον Πεντζίκη, ο οποίος θεωρεί ότι η πατριδογνωσία συνδέεται με την θεογνωσία.
    Η σχέση αυτή με τον τόπο και την πατρίδα συνδέεται και με την απώλειά τους, με την αναγκαστική ή συνειδητή εγκατάσταση σε έναν έτερο τόπο, μία ετεροτοπία. Μία μορφή ετεροτοπίας είναι η προσφυγιά, η οποία εξετάζεται μέσα από τα γραπτά κυρίως του Πεντζίκη. Στο έργο του Berry δεν υπάρχουν αναφορές στο θέμα, καθώς δεν αφορά το δικό του πολιτισμικό πλαίσιο. Για τον Πεντζίκη, λοιπόν, η προσφυγιά είναι η προσφυγή σε ένα σώμα άλλο από το δικό μου, ενώ η ενότητα με τον γενέθλιο τόπο διατηρείται μέσω της μεταφοράς λειψάνων και ιερών αντικειμένων, πράγμα το οποίο συμβαίνει σε κάθε ξεριζωμό των Ελλήνων, οι οποίοι μεταφέρουν από την παλιά πατρίδα τα οστά των πατέρων τους, τα λείψανα των αγίων τους, τις ιερές εικόνες και στον καινούργιο τόπο στον οποίο εγκαθίστανται, κτίζουν νεκροταφεία, ναούς, όπου αποθέτουν τα ιερά τους κειμήλια, για να μπορέσουν να ριζώσουν στην καινούργια γη. Αντίθετα, για τον Berry δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η μεταφύτευση του παλιού τόπου στον νέο, παρά μόνο με τη μνήμη, η οποία, όμως, εξασθενίζει αν δεν υπάρχει επικοινωνία με τον παλιό τόπο. Ο Πεντζίκης εδώ είναι ξεκάθαρα υλικός, ενώ ο Berry μένει σε ένα αφηρημένο επίπεδο. Για τον Πεντζίκη, λοιπόν, υπάρχει μία διαρκής ελπίδα για την ανάκτηση των απολεσθέντων τόπων: όχι αλυτρωτικές ελπίδες, αλλά η ελπίδα της ανάστασης, η οποία θα καταργήσει κάθε τοπικό και χρονικό περιορισμό. Η διατύπωση αυτή μπορεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα της μελέτης, να αποτελέσει μία θεολογική απάντηση στο πρόβλημα της προσφυγιάς.
    Παράλληλα, το ζήτημα της ετεροτοπίας εξετάζεται και μέσα από τον ορθόδοξο μοναχισμό, ο οποίος, κατά Πεντζίκη αποτελεί ένα είδος ξενιτεμού, πράγμα απολύτως εναρμονισμένο με την ορθόδοξη παράδοση: βασική αρχή των μοναχών είναι η ξενιτεία, η αποξένωση από τον γενέθλιο τόπο. Αντίθετα, στον Berry δεν υπάρχει καμία αναφορά στον μοναχισμό, αφού πρόκειται για ένα ξένο στον πολιτισμό του στοιχείο. Οι δύο συγγραφείς, όμως, συναντώνται στο θέμα της ερήμου. Πρόκειται για έναν χώρο ανανέωσης, δοκιμασίας, θεραπείας. Ενώ, όμως, για τον αμερικανό συγγραφέα πρόκειται για μια προσωρινή κατάσταση, όπου ο άνθρωπος θεραπεύεται από πάθη και ασθένειες της ψυχής και επιστρέφει στο σπίτι του, στον Πεντζίκη η έρημος είναι ένας μόνιμος τρόπος ζωής. Η ετεροτοπία, λοιπόν, του Πεντζίκη είναι αγαθοτοπία, είναι τόπος ανάπλασης και μεταμόρφωσης του ανθρώπου, μέσω της ερωτικής αλλοίωσης για το πρόσωπο του Θεού Λόγου. Πρόκειται για την κατά χάρην υιοθεσία σύμφωνα με τη διδασκαλία των πατέρων της Εκκλησίας.
    Ετεροτοπία, σε σχέση με τη λατρεία, αποτελεί κάθε άλλος τόπος εκτός της εκκλησίας, του ναού. Για τον Πεντζίκη η δημιουργία εντάσσεται ως σύνολο στο σώμα του Χριστού, στη ζωντανή Εκκλησία μέσα από τη μεταμόρφωση και τη σωτηρία· ολόκληρη η κτίση εκκλησιάζεται, κάτι που φαίνεται στην λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας: λιτανείες, περιφορές επιταφίων, αγιασμός των υδάτων. Αντίθετα, στον Berry δεν υπάρχει η έννοια του εκκλησιασμού. Για τον αμερικανό συγγραφέα η Εκκλησία είναι η θεσμικά οργανωμένη Εκκλησία και ο ίδιος προτιμά την έννοια «Κοσμικό Προσκύνημα»· κοσμικό επειδή τοποθετείται εκτός του ναού και ψάχνει, εντός της κτίσης, τον κόσμο της δημιουργίας, στον οποίο υπάρχει ο Δημιουργός. Με άλλα λόγια, αναζητεί στην κτίση τις θείες ενέργειες.
    Ο αμερικανός συγγραφέας παλεύει κατά του δυισμού και οδηγείται σε έναν ανθρωπολογικό ολισμό, στην ενότητα δηλαδή της ψυχής και του σώματος, η οποία μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την άρση όλων των διαιρέσεων της σύγχρονης ζωής. Έτσι, λοιπόν, ο Berry καταργεί τη διάκριση ιερού-βέβηλου του σύγχρονου πολιτισμού, που θέλει το ιερό στους ναούς και το βέβηλο έξω από αυτούς. Ο αμερικανός συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα, το άκρως ορθόδοξο συμπέρασμα, ότι ο Χριστός δεν ήρθε να ιδρύσει μια οργανωμένη θρησκεία, αλλά να μεταφέρει τη θρησκεία έξω από τους ναούς.
    Ο Berry είναι εδώ ξεκάθαρα βιβλικός και ξεκάθαρα πατερικός, υπερβαίνοντας όλες τις αντινομίες του ανθρώπινου πολιτισμού. Είναι, όμως, πολύ σημαντικό, ότι αναζητεί τον Δημιουργό στη Δημιουργία εκτός Εκκλησίας, καθώς η δική του Εκκλησία δεν τον εκφράζει· αντίθετα, τον αφήνει μάλλον ψυχρό και αδιάφορο. Είναι ενδεικτικό, πώς ένας άνθρωπος, ένας καλλιτέχνης με γεγυμνασμένα αισθητήρια κατόρθωσε να φτάσει στο ύψος της πατερικής θεολογίας, έστω μέχρι ένα σημείο, ένα σημαντικό, όμως, σημείο, μέσα από τη φυσική θεολογία, από τη θέαση του κόσμου, χωρίς, όμως, η λατρεία και η Εκκλησία να μπορέσουν να τον βοηθήσουν. Είναι κι αυτό μια μαρτυρία του Πνεύματος, που όπου θέλει πνει και που χαριτώνει κάθε ένα άνθρωπο που, μέσα στην καρδιά του και απογυμνωμένος από προϋποθέσεις, αναζητεί την αλήθεια.
    Τόπος Θεού, λοιπόν, τόπος άγιος είναι κάθε σημείο της κτίσης, αφού σε αυτήν εκδηλώνεται η άκτιστη ενέργεια της Αγίας Τριάδος. Η αποκάλυψη, όμως, των θείων ενεργειών προϋποθέτει ασκητική πορεία και κάθαρση, την πτωχεία του πνεύματος. Στη βίωση της αποκάλυψης εμπεριέχονται οι έννοιες τόσο του εκκλησιασμού, όσο και του κοσμικού προσκυνήματος, έννοιες που θέτουν την κτίση στο κέντρο της πραγμάτωσης της θείας οικονομίας. Κάθε τόπος, λοιπόν, γίνεται αγαθοτοπία.
    Το βιβλίο του Παναγιώτη Θωμά αποτελεί, πιστεύω, μια σημαντική συμβολή στον χώρο της θεολογίας και της συγκριτικής λογοτεχνίας. Σε αυτό επιχειρείται παράλληλη ανάγνωση σε δύο επίπεδα: σε ένα πρώτο επίπεδο αναγιγνώσκονται τα βιβλία των Πεντζίκη και Berry, ενώ σε ένα δεύτερο επίπεδο, το έργο των δύο πεζογράφων διαβάζεται παράλληλα με τη διδασκαλία της ορθόδοξης θεολογίας. Μέσα από τις αναγνώσεις αυτές αποκαλύπτονται εντυπωσιακές συγγένειες. Πιστεύω, λοιπόν, ότι πρόκειται για ένα βιβλίο σημαντικό, γιατί κατορθώνει να ανατρέψει στερεότυπα και βεβαιότητες· κατορθώνει, κατά τη γνώμη μου, να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τη σχέση μας με τον τόπο. Πρόκειται για ένα βιβλίο δύσκολο, ένα βιβλίο με μεγάλες απαιτήσεις από τον αναγνώστη, που, όμως, θα τον ανταμείψει, όχι στο τέλος, αλλά κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης.

  2. armosbooks

    Παρουσίαση του βιβλίου του Παναγιώτη Θωμά
    Τόπος χρονοποιός
    Κοινότητα, φιλοπατρία, ετεροτοπία και ο τόπος των εσχάτων
    στα κείμενα των Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και Wendell Berry

    14 Οκτωβρίου 2017, Αρμός/Θεσσαλονίκη

    «…εις ενότητα πάντας εκάλεσε…»
    «υπέρ της των πάντων ενώσεως»

    Η Εκκλησία στη θεία λατρεία σέβεται το μόχθο του ανθρώπου και προσεύχεται ξεχωριστά για όλα τα θέματα που αφορούν τη ζωή του. Τα παίρνει στα χέρια της, τα υψώνει σαν προσφορά, τα αγιάζει. Τα βλέπει ως ανάγκες ζωτικές και τα σέβεται, καθώς βλέπει τη ζωή σε ολόκληρο το πλάτος της. Καταφάσκει στα βιοτικά και στις υλικές ανάγκες, δεν τις απορρίπτει, αλλά «τις ανάγει στο ουσιώδες» (1). Έτσι, «ξανάρχεται η αρμονία στη σπασμένη από την αμαρτία ενότητα». Οι τροφές, τα αγαθά του κόσμου τούτου είναι αφετηρία για να οδηγηθούμε στην αληθινή τροφή. Δεν τις περιφρονούμε, αλλά και δεν αρκούμαστε σ’ αυτές. Το πρώτο θα ήταν τάχα αγγελικό, το δεύτερο κτηνώδες. Η Εκκλησία απευθύνεται στον άνθρωπο, στον όλο άνθρωπο τον ενιαίο, τον αδιάσπαστο. Για να μη μείνη τίποτα έξω απ’ την ευλογία της κι’ όλες οι πράξεις κι’ οι ενέργειες και τα ενδιαφέροντα του ανθρώπου να ενταχθούν μες στον αιώνιο προορισμό του. Να ξαναβρή η ανθρώπινη ζωή τη σπασμένη της ενότητα πέρα από τις αντινομίες και το διχασμό» (2) .
    Η επιλογή του παραθέματος από την συγγραφέα Καίτη Χιωτέλλη δεν είναι τυχαία, αλλά περιέχει και αποδίδει επιτυχώς και με ακρίβεια την κεντρική έννοια του βιβλίου που παρουσιάζουμε σήμερα, που είναι η ενότητα. Ούτε η επιλογή παραθέματος από μια λογοτέχνη είναι τυχαία. Ο ίδιος ο συγγραφέας του βιβλίου, ο Παναγιώτης Θωμά, θεολόγος που ανήκει στη νέα γενιά είναι και φύση καλλιτεχνική και αποφασίζει να συμμετάσχει στο διάλογο που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια στον ελληνικό χώρο μεταξύ θεολογίας και λογοτεχνίας, επιχειρώντας να παρουσιάσει με ζωντανό τρόπο και ρέοντα, και πολλές φορές ποιητικό, λόγο τις ανθρωπολογικές, κοσμολογικές, οικουμενικές και εσχατολογικές διαστάσεις της ζωής στον συγκεκριμένο τόπο, με βάση το έργο δύο λογοτεχνών, του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και Wendell Berry.
    Και στους δύο μεγάλους συγγραφείς, μας επισημαίνει ο Π.Θ., η πάλη ενάντια στον δυισμό, τη διχοτόμηση ή τη διαίρεση της πραγματικότητας αποτελεί διαρκή στόχο. Εμβριθής μελετητής ο ίδιος μας καταδεικνύει μέσα από τα έργα και των δύο συγγραφέων πώς αυτοί αναπτύσσουν μια αντι-δυιστική και συνεπώς ενωτική και ενιαία θεώρηση του κόσμου με τη βοήθεια της απλότητας και του δυναμισμού του βιβλικού και του ευρύτερου ποιητικού λόγου.
    Συμπεριληπτική της όλης σκέψης του Πεντζίκη είναι οι φράσεις «θέλω να ζήσω, συντάσσοντας γραπτώς, το συμβόλαιο της μετά των άλλων παντοτινής ενώσεως», όπου το «μετά των άλλων» αφορά κάθε πρόσωπο, κάθε κτίσμα και τελικά τον κατεξοχήν Έτερο, τον Νυμφίο Χριστό, καθώς επίσης και η φράση «η Εκκλησία χωράει τα πάντα», καταργώντας έτσι κάθε διχοτόμηση, επιλεκτικότητα και αποκλειστικότητα στο σώμα της.
    Στον Berry η επιδιωκόμενη ενότητα προβάλλεται ως κοινοτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό όραμα μέσα από τη μεταφορά της «επαν-ένωσης» και του κοσμικού προσκυνήματος συγγενικής έννοιας με τον εκκλησιασμό της κτίσεως (του Παντζίκη) που τη βλέπει ως δημιούργημα του θεού και τιμά την κεκρυμμένη σε αυτή ενέργειά Του.
    Ο Παναγιώτης Θωμά επιθυμεί στη γραμμή της θεολογικής πρότασης των δασκάλων του Νίκου Ματσούκα και Χρυσόστομου Σταμούλη να αναδείξει μια δυναμική, αντισυμβατική και ειδωλοκλαστική θεολογία του συγκεκριμένου, του πραγματικού όπως δηλώνεται με τα παρακάτω λόγια: Η σύγχρονη θεολογία οφείλει να αφουγκραστεί την αναπνοή του νέου κόσμου… Η παρουσία της δεν μπορεί να γίνεται ερήμην του χρόνου και του τόπου, δηλαδή του πλαισίου εντός του οποίου αποκαλύπτεται. Σε κάθε άλλη περίπτωση χάνει την ιστορική της σάρκα και μετατρέπεται σε ιδεολογία» (3) . Η θεολογία του συγκεκριμένου απορρέει από τη θεολογία της Σάρκωσης που είναι στην ουσία μια θεολογία φιλό-ξενη, μια θεολογία της οικουμενικής αγάπης που χωρά τους πάντες και τα πάντα, όπως σημειώνει ο Χρ. Σταμούλης στο βιβλίο του Γυναίκα του Λωτ και η σύγχρονη θεολογία (4). Ο Θωμά δεν μιμείται ούτε επαναλαμβάνει τους δασκάλους του. Απεναντίας, χρησιμοποιεί τα εργαλεία τους, τον φακό τους, με δημιουργικό τρόπο για να φωτίζει και να αναπτύσσει ουσιαστικές πλευρές της θεολογίας, συμβάλλοντας σε μια νέα σύλληψη της πραγματικότητας αλλά και στο διάλογό της με τη σύγχρονη εποχή.
    Λέει ο ίδιος: Με την παρούσα μελέτη επιθυμώ να αναδείξω τη σημαντικότητα της ζωής στο συγκεκριμένο, οικείο τόπο, στον οποίο η ζωή βιώνεται ως πράγμα απτό και όχι αφηρημένο, μέσα σε διαστάσεις κτισιολογικές, φυσικές και εν ταυτώ προσωπικές· τοπικές και γι’ αυτό αληθινά και ενυποστάτως χρονικές (σελ. 26). Το πέτυχε. Μέσα από τα κείμενα των δύο συγγραφέων μάς υπενθυμίζει, ενάντια σε κάθε δυιστικό και ετερόκοσμο χαρακτήρα της θεολογίας, καθώς και ενάντια σε κάθε πνευματοδοξία που πρεσβεύει πως πνευματικός είναι ο άνθρωπος που συγκεντρώνει την προσοχή του προς τα ένδον, προς την ψυχή, το πνεύμα και τον ουρανό, και περιφρονεί τα υλικά, τα σωματικά, τα κοινωνικά, ότι η αποκάλυψη του Θεού έγινε πάντα μέσα στην κτίση και στην ιστορία, και όχι σε κάποιο ανιστορικό, άχρονο και απόκοσμο σύμπαν· άγγιξε τη συγκεκριμένη ιστορική σάρκα του ανθρώπου.
    Με ένα ζωντανό και απαιτητικό λόγο ο Π.Θ. προκαλεί τον αναγνώστη που ζει στο παρόν και προβληματίζεται για το μέλλον να σκεφτεί τι σημαίνει η Εκκλησία να είναι «εν τω κόσμω», εντός της εποχής της και ο λόγος της να μην είναι αφηρημένος και εξωπραγματικός και η πίστη της να μην είναι «ακοσμική» και απολιτική, μακριά από την πυρίκαυστη ζώνη της τραγικής πραγματικότητας της εποχής μας, μακριά από τις ωδίνες της ιστορίας και στις οδύνες των ανθρώπων και της κτίσης.
    Σε ένα αξονικό σημείο του βιβλίου του καταθέτει τη γενική αρχή, όπως συμπεραίνεται από το έργο των συγγραφέων που συνεξετάζει, ότι ο τόπος είναι πάντοτε ο θεμελιώδης παράγοντας κοινωνίας, της κάθε μορφής κοινωνίας που αναπτύσσει ο άνθρωπος. Ο τόπος βεβαίως, μας λέει ο Θ., είναι ο τόπος του Θεού, αντιπροσωπεύει τρόπο βίου δηλαδή, ενός βίου που οδηγεί τη ζωή στην αγαθοτοπία, ως χώρο κοινωνίας αγάπης, αδελφικής κοινωνίας προσώπων, χώρο προόδου, ειρήνης, δικαιοσύνης, αλήθειας, τελικά αγαθότητας του Θεού (5) . Είναι τόπος αγαθοποιός δηλαδή, αλλά και χρονοποιός, αφού είναι συμφυής με το χρόνο· με τον χρόνο κατανοημένο ως καιρό θα προσέθετα, του Θεού, με την καινοδιαθηκική έννοια του όρου, που καλεί τους ανθρώπους να διαγνώσουν την κατάλληλη χρονική στιγμή (ευ-καιρία) τις προκλήσεις απέναντι στις οποίες αυτοί βρίσκονται, έτσι ώστε να οδηγηθούν σε διάκριση, κοινή απόφαση και πράξη.
    Ένα από τα προτερήματα της μελέτης του Π.Θ. είναι ότι μας καταδεικνύει πόσο σημαντική είναι η μετάβαση από το συγκεκριμένο και το τοπικό στο καθολικό και οικουμενικό επίπεδο, από τη μια χωρίς ταύτιση με συγκεκριμένα ιστορικά σχήματα, με τον τοπικισμό, τον εθνικισμό και με φαινόμενα θρησκευτικο-πολιτιστικής αποκλειστικότητας, και από την άλλη χωρίς να ολισθήσουμε σε μια ετερόκοσμη προοπτική, σε απόρριψη της ιστορίας, της φιλοπατρίας.
    Το μέσον, επισημαίνει ο Π.Θ., το οποίο συνδέει τοπικό/οικουμενικό, συγκεκριμένο/καθολικό ή αλλιώς το μέσο με το οποίο επιτυγχάνεται η κίνηση από τον άνθρωπο στην ανθρωπότητα, από το τοπικό στο οικουμενικό είναι η πραγματιστική φιλοπατρία του συγκεκριμένου, η έκφραση της ενσαρκωμένης και όχι αφηρημένης αγάπης, κατά μίμηση της αγάπης του Χριστού. Η υπενθύμιση της σημασίας της αγάπης για το συγκεκριμένο, ο «εν-τοπισμός της αγάπης», που επεκτείνεται στο καθολικό, θεωρείται από τον Π. Θ. ως μια από τις πιο σοβαρές προτάσεις, την οποία εισηγούνται οι δύο λογοτέχνες, και η οποία θα μπορούσε να συμβάλει στον ορθό προσανατολισμό της προβληματικής -θεολογικής και μη- σε σχέση με τα θέματα της ενθαδικότητας, πολυεθνικότητας και πολυπολιτισμικότητας.
    Παρόλο που το έδαφος της ενασχόλησής του με τη σχέση τοπικού/οικουμενικού και συγκεκριμένου/καθολικού, που έχει κεντρική θέση στο βιβλίο, δεν είναι βατό, απεναντίας είναι απόκρημνο και δυσκολεύει το εγχείρημά του, καταφέρνει να το τιθασεύσει, να το «στρώσει» και να το στηρίξει σε πολύ βαθιά θεμέλια. Εδώ αγγίζει το νεύρο της εκκλησιολογίας, το γνωστικό μου αντικείμενο. Στο σημείο αυτό φαίνεται η προσπάθειά και ο καημός του Π.Θ. να ερμηνεύσει και να εντάξει την ευχαριστιακή εκκλησιολογία στο διάλογο που επιχειρεί μεταξύ των κειμένων του Έλληνα και του Αμερικανού συγγραφέα.
    Πολύ σωστά επιλέγει την ευχαριστιακή θεολογία, γιατί η Ευχαριστία είναι μία συγκεκριμένη λειτουργία, «έργο του λαού» σε ορισμένο τόπο. Αυτή με το να συγκροτεί την Εκκλησία, που είναι κλήση για σύναξη, γεγονός συνάξεως γύρω από την ευχαριστιακή τράπεζα, την καθιστά συγκεκριμένη πραγματικότητα. Η Εκκλησία ως πραγματικότητα ιστορική και τρόπος βίου ορίζεται από την αρχή ακόμα της ίδρυσής της σε σχέση με κάτι άλλο. Είναι «Εκκλησία του Θεού ή του Χριστού» και ταυτόχρονα Εκκλησία ενός συγκεκριμένου τόπου (της Κορίνθου, Σμύρνης κ.λ.π.), σχετιζόμενη έτσι με τις παρούσες κάθε φορά τοπικές πραγματικότητες. Αυτό το γεγονός καθιστά την εκκλησιαστική κοινότητα άμεσα συνδεδεμένη με τα βιοτικά προβλήματα και τις πραγματικές συγκρούσεις του κόσμου μέσα στον οποίο ζει. Η σύναξη επί το αυτό είναι ο τόπος και ο χρόνος, όπου λαμβάνει χώρα ή πρέπει να λαμβάνει χώρα η υπέρβαση των διαφορών των φύλων, των φυλών, των γλωσσών και των γενών κατά τρόπο πραγματικό και ουσιαστικό. Η Ευχαριστία είναι πηγή και έκφραση της αληθινής καθολικότητας, γιατί είναι το σώμα του Χριστού. Είναι μία «καθολική πράξη» που ανακεφαλαιώνει το όλο μυστήριο του Χριστού, τη σωτηρία του κόσμου. Ο εκκλησιολογικός όρος «καθολικότητα» είναι στην πραγματικότητα ένας όρος χριστολογικός. Η ευχαριστιακή κοινότητα σε έναν τόπο είναι καθολική και για το λόγο ότι ζει σε ευχαριστιακή κοινωνία με όλες τις άλλες τοπικές κοινότητες, οι οποίες αποτελούν όλες μαζί ένα «δίκτυο εκκλησιαστικών κοινοτήτων». Είναι τόπος τοπικής και παγκόσμιας εμπειρίας της Εκκλησίας. Όλος ο κόσμος είναι παρών στην Ευχαριστία. Έτσι αναπτύσσεται ένα αίσθημα αμοιβαίας αγάπης και αλληλεγγύης μεταξύ όλων αυτών που την τελούν σε κάθε τόπο. Πρόκειται δηλαδή για μια ενότητα που περιλαμβάνει «τοπικές οικουμένες» σε όλο τον κόσμο (6) .
    Στην ουσία ο Π.Θ. με τις προτάσεις του συντάσσεται, μέσα από άλλες βεβαίως οδούς, με την οικουμενική σκέψη και δράση η οποία ενώ πριν συγκεντρωνόταν στις απαιτήσεις της παγκόσμιας κατάστασης, εδώ και τρεις δεκαετίες γίνεται πιο συναφειακή. Το κέντρο βάρους πέφτει στους τοπικούς συσχετισμούς και υποστηρίζεται ότι πρέπει κανείς να αρχίσει από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τους αγώνες και τις ελπίδες τους, τις αδυναμίες και τις συμφυείς δυνάμεις τους για μία ζωή εν κοινωνία. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση αποκλεισμό του παγκόσμιου επιπέδου. Στόχος είναι, η τοπική διάσταση να πάρει μορφή σε σχέσεις συνοδικής καθολικότητας. «Δράσε τοπικά, σκέψου παγκόσμια» είναι εδώ και καιρό το σύνθημα, το οποίο βέβαια σήμερα με τις ευκολότερες παγκόσμιες διασυνδέσεις γίνεται σκέψου και δράσε και τοπικά και παγκόσμια.
    Ο χρόνος δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ περισσότερο στο πώς ξεδιπλώνει την ευχαριστιακή εκκλησιολογία ο Π.Θ., αλλά αξίζει να υπογραμμίσω ότι την επεκτείνει με δυναμικό τρόπο και με τη βοήθεια των δύο συγγραφέων στη «λειτουργία μετά τη Θ. Λειτουργία» (7), ένα ορθόδοξο μότο που αναπτύχθηκε μέσα από τους διαχριστιανικούς διαλόγους, με αγιογραφική και πατερική βάση και προέλευση. Λέει χαρακτηριστικά: Η ζωή της Εκκλησίας δεν συνίσταται μόνο στη διδασκαλία και τη λατρευτική της ζωή αλλά πρέπει να διαχέεται σε όλες τις εκφάνσεις του ανθρώπινου και κοινωνικού βίου (σελ. 244) και να εμπερικλείει όλο τον κόσμο(σελ. 270). Τη βλέπει δηλαδή ως μέσον αγιασμού της ζωής και του κόσμου, αποειδωλοποιημένα, και όχι μηχανιστικά ως μια ‘συγκινητική τελετή’, ένα τελετουργικό «νανούρισμα», ένα ‘επιβεβλημένο καθήκον’. Μάλιστα με τη βοήθεια των συγγραφέων που συνομιλεί θα τονίσει με έμφαση ότι η άσκηση της λατρείας γίνεται εφικτή παντού, αφού παντού υπάρχει ο Θεός, χωρίς να περιορίζεται σε τύπους και τελετουργίες (σελ. 439). Εδώ μπορούμε να θυμηθούμε τη συνομιλία του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα (Ιω 4, 5-42) σύμφωνα με την οποία το ουσιώδες στη χριστιανική λατρεία δεν είναι ο τόπος αλλά ο τρόπος με τον οποίο γίνεται, η λατρεία είναι μια πράξη κοινωνίας μεταξύ Θεού, ανθρώπων και φύσης. Αλλά και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο που έλεγε: «Μὴ τοίνυν τὸν οἶκον κοσμῶν, τὸν ἀδελφὸν θλιβόμενον περιόρα· οὗτος γὰρ ἐκείνου ναὸς κυριότερος». Ο Berry λόγου χάρη διαμαρτύρεται όταν προσδίδουμε την αγιότητα μόνο στην κτισμένη εκκλησία και την αρνούμαστε στην υπόλοιπη δημιουργία (σελ. 429).
    Σε σχέση με αυτό αξίζει να τονιστεί ότι τα στοιχεία και οι ερμηνείες των κειμένων του Πεντζίκη και του Berry από τον Π.Θ., ιδίως αυτά που αφορούν στον εκκλησιασμό της κτίσης και στο κοσμικό προσκύνημα, μπορούν να ενταχθούν και να συνεισφέρουν σήμερα στη οικουμενική συζήτηση της πρότασης για μια «ολοκληρωμένη», «περιεκτική οικολογία». Βασικές είναι οι αναφορές του Πάπα Φραγκίσκου στην οικολογική Εγκύκλιό του Lautado ‘si, στην οποία εισηγείται τον όρο: «Σήμερα, ωστόσο, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι μια πραγματικά οικολογική προσέγγιση μετατρέπεται πάντα σε μια κοινωνική προσέγγιση· αυτή πρέπει να ενσωματώνει στις συζητήσεις για το περιβάλλον ζητήματα δικαιοσύνης, έτσι ώστε να ακούγεται και η κραυγή της γης και η κραυγή των φτωχών». Το όραμα της περιεκτικής οικολογίας πηγάζει από την Ευχαριστία, η οποία –όπως τονίζεται- αποτελεί το κέντρο της ανεξάντλητης ζωής του σύμπαντος κόσμου και «είναι αυτή καθαυτή μια πράξη κοσμικής αγάπης(LS § 236)» (8). Σήμερα η οικουμενική σύγκλιση και η οπτική της ενιαίας σύλληψης και αλληλεξάρτησης του κόσμου είναι κατά μεγάλο μέρος καρπός της συμμετοχής των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις συζητήσεις και στις δραστηριότητες στην οικουμενική κίνηση και των τοποθετήσεων της σύγχρονης ορθόδοξης θεολογίας, η οποία υπερέβη την επίδραση του σχολαστικισμού στην ορθόδοξη κλασική δογματική που συγκέντρωνε την προσοχή αποκλειστικά στην ατομική καθαρότητα και σωτηρία μόνο των ανθρώπων.
    Όσα μας παραδίδει ο Π.Θ. σε σχέση με τη διασταύρωση/συνάντηση της ολιστικής εκκλησιολογίας του Πεντζίκη και της κτισιολογικής και ανθρωπολογικής ενότητας του Berry μας παραπέμπουν -έτσι το διαβάζω- στην ορθόδοξη αντίληψη περί «κοσμικής λειτουργίας» (Μάξιμος), η οποία ως έννοια δηλώνει «τον εορτασμό της αλληλεξάρτησης όλων των ανθρώπων και όλων των πραγμάτων» (9) και αποτελεί εν τέλει θεμέλιο της περιεκτικής οικολογίας. Και έχει σημασία ότι αυτή η οπτική αναπτύσσεται σε λογοτέχνες που έχουν τη δυνατότητα να απευθυνθούν σε ένα ευρύτερο κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο, με ελκυστικότερο τρόπο από ό,τι η ομολογιακή ερμηνεία και αξιοποίησή της (σελ. 79-80). Δίνω ένα παράδειγμα από ένα θαυμάσιο κείμενο του Berry: Όλα τα πλάσματα ζουν με το πνεύμα του Θεού, που τους διαμοιράζεται και αναπνέουν την αναπνοή του. Μη θησαυρίζεται υμίν θησαυρούς επί της γης… θησαυρίζεται δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ…. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να είναι πνευματικός και η γη να πληρώνει το τίμημα της πνευματικότητάς του, ή να περιφρονεί και να καταδικάζει τη γη, για χάρη του παραδείσου (10) . Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: μη βεβηλώνεται, ή απαξιώνεται αυτά τα δώρα, που μετέχουν μαζί μας στην ύπαρξη του Θεού, μεταβάλοντάς τα σε γήινο ‘θησαυρό’. Μην ελαττώνετε τη ζωή σε χρήματα ή σε οποιαδήποτε άλλη απλή ποσότητα» (σελ. 379-380).
    Ολοκληρώνω την αναφορά μου στο βιβλίο του Π.Θ. με την απόλυτη βεβαιότητα ότι με αυτό συμβάλλει στο διάλογο θεολογίας και λογοτεχνίας και ότι πολύ επιτυχημένα και με έναν τρόπο εναργή και δυναμικό, έχοντας ως κύριες πηγές κείμενα της σύγχρονης λογοτεχνίας, μας δείχνει τις οικουμενικές, κοσμολογικές, ανθρωπολογικές και κοινωνικές διαστάσεις της χριστιανικής θεολογίας, ιδίως στην ορθόδοξη εκδοχή της. Εύχομαι και στο μέλλον να μας δώσει ανάλογου δυναμισμού έργα, ενταγμένα στην προσπάθεια «να ξαναβρή η ζωή τη σπασμένη της ενότητα».

    (1) Κ. Χιωτέλη, «Η Εκκλησία και τα βιοτικά», Σύνορο 31/1964, 162-171, σ. 162 εξ.
    (2) Στο ίδιο, σ. 171.
    (3) Βλ. Χρ. Σταμούλης, Η Γυναίκα του Λώτ και η σύγχρονη θεολογία, έκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2008 σ. 117. Έχει εκδοθεί και από τις εκδ. Αρμός, Αθήνα 2014.
    (4) Στο ίδιο, σ. 243 κάνει λόγο για «φιλάνθρωπη οικουμενικότητα».
    (5) Βλ. Ν. Ματσούκας, Οικουμενική Θεολογία. Έκθεση της χριστιανικής πίστης. Προϋποθέσεις ενός οικουμενικού διαλόγου, εκδ. Πουρναράς, θεσσαλονίκη 2005, σ. 402-405.
    (6) Βλ. για αυτό περισσότερα Στ. Τσομπανίδης, Μετα-λειτουργία, Η ορθόδοξη συμμετοχή στην κοινή χριστιανική μαρτυρία γι¬α δι¬και¬ο¬σύ¬νη, ει¬ρή¬νη και α¬κε¬ραι¬ό¬τη¬τα της δη¬μι¬ουρ¬γί¬ας, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2009, ιδιαίτερα στο Γ’ κεφάλαιο.
    (7) Βλ. για τη γένεση και την οικουμενική συνάφεια της «λειτουργίας μετά τη Λειτουργία» στο βιβλίο μας Μετα-λειτουργία.
    (8)Το κείμενο είναι διαθέσιμο σε πολλές γλώσσες στην επίσημη ιστοσελίδα της Αγίας Έδρας, http://w2.vatican.va/content/francesco/de/encyclicals.index.html. Βλ. την Εγκύκλιο Επιστολή στα ελληνικά: Πάπας Φραγκίσκος, Δοξασμένος να’ σαι: Πάνω στη φροντίδα της κοινής μας οικίας, έκδ. Ιεράς Συνόδου Καθολικής Ιεραρχίας Ελλάδος, χ.τ. 2015,
    (9) Βλ. Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, Συνάντηση με το μυστήριο. Μια σύγχρονη ανάγνωση της ορθοδοξίας (μετάφρ. Πολυξένη Τσαλίκη – Κιοσόγλου), εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2011, σ. 120, 123 και στα αγγλικά του ίδιου, Encountering the Mystery. Understanding Orthodox Christianity Today, New York 2008, σ. 91, ιδίως σ. 94: «… the natural environment ceases to be something that observe objectively and exploit selfishly and becomes a part of the “cosmic liturgy” or celebration of the essential interconnection and interdependence of all things».
    (10) Πρβλ. N. Berdiyaev, Το πεπρωμένο του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 137, που εύστοχα υπογραμμίζει ότι η χριστιανική θεολογία πολλές φορές στράφηκε προς τον Θεό και αποστράφηκε τον άνθρωπο.


Add a review

You may also like…

Θωμά Παναγιώτης

0 Reviews

Ο Παναγιώτης Θωμά γεννήθηκε στη Λάρνακα της Κύπρου το 1981. Σπούδασε θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το Holy Cross Greek Orthodox School of Theology στη Βοστόνη (2005). Αναγορεύτηκε διδάκτορας θεολογίας από το Αριστοτέλειο (2010) μετά από έγκριση διατριβής του για την έννοια του τόπου στο έργο των Νίκου Γ. Πεντζίκη και Wendell Berry. Διδάσκει Θρησκειολογία στην Αγγλική Σχολή (English School) Λευκωσίας, Διδακτική των Θρησκευτικών στην Προδημοτική Εκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο Frederick και Μεταπτυχιακό Σεμινάριο με τίτλο Θεολογία και Πολιτισμός στο Τμήμα Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνόφωνα και αγγλόφωνα περιοδικά (Σύναξη, Intel-lectum, Ένεκεν, The Journal of Religion and Film, Σynthesis κ.α.). Είναι Αρχισυντάκτης του ηλεκτρονικού περιοδικού Συμ-βολή της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας. Έχει μεταφράσει τα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ Ο Εγωιστής Γίγαντας, Ο νεαρός Βασιλιάς και Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας (Αρμός 2013, 2014) και της Σέλμα Λάγκερλεφ Η Άγια Νύκτα, Ο Μύθος του Χριστουγεννιάτικου Τριαντάφυλλου και Ο Μύθος της Φωλιάς των Πουλιών (Αρμός, 2014, 2015). Υπήρξε μέλος της χορωδίας «Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος» Θεσσαλονίκης (2002-2007) και ιδρυτικό μέλος μαζί με τον Γιώργο Καλογήρου του μουσικού σχήματος Ενδοχώρα, του οποίου υπήρξε και ερμηνευτής (2007-2011). Τα τραγούδια του Ελένη (στίχοι και μουσική) και Γυναίκα της Απόγνωσης (μουσική Χρυσόστομου Σταμούλη) δημοσιεύονται στη δισκογραφική εργασία του Γιώργου Καλογήρου Καλά το λεν για το φεγγάρι (ILP Productions 2009) και το τραγούδι του Κατάλευκο Πουλί (μουσική Χρ. Σταμούλη) στην δισκογραφική εργασία του Χρυσόστομου Σταμούλη Αγάπη σ’ αγαπάω (Αρμός 2013). Δημοσίευσε τα παραμύθια Δροσοσταλίδα (Ακτίς 2012), σε κείμενο και στίχους δικούς του και μουσική της Σταυρούλας Θωμά και Η χορωδία των Χριστουγέννων (Αρμός 2016).

Εκδόσεις Αρμός
X
X