ena-paramythi-tis-anatolis

Μυθιστόρημα
Στην φορτισμένη ιστορική περίοδο λίγο πριν τους Βαλκανικούς πολέμους. Τι μπορεί να σημαίνει για έναν ήσυχο νέο καραβοκύρη ένα ταξίδι για κοντραμπάντο στα μικρασιατικά παράλια. Όταν μάλιστα ο νέος στην ηλικία αλλά έμπειρος ναυσιπλόος, που δεν σκιάζεται από τη συνεχή  απειλή των ληστοπειρατών, συναπαντιέται με έναν δαιμόνιο και κοσμογυρισμένο μεσόκοπο έμπορο.
Είναι τα  ατράνταχτα επιχειρήματα του τελευταίου πως μόνο το εμπόριο – και μάλιστα στην λαθραία-κοντραμπατζίδικη εκδοχή του – μπορεί να προσφέρει γρήγορα μεγάλο πλούτο και συναρπαστική ζωή.
Είναι η απειρία ζωής του νέου καπετάνιου που τον κάνει να «ενδώσει» σε μια συνεργασία που  από τη φύση της έχει μεγάλο ρίσκο. Ή μήπως είναι η «τρέλλα» του θαλασσινού νερού, από την οποία φαίνεται να πάσχουν αθεράπευτα οι δύο ήρωες, που τους κάνει να έλθουν σε συνεννόηση, μολονότι φαίνεται να κινούνται αρχικά σε πορεία σύγκρουσης.
Ή μήπως είναι, τελικά, η σαγήνη της ἰωνικής γης που τους τραβά σαν μαγνήτης, κάνοντάς τους να πραγματοποιήσουν ένα συγκλονιστικό ταξίδι γεμάτο κινδύνους και περιπέτειες.
Ο Νίκος Μαρτίνος κατάγεται από την Δρυοπίδα της Κύθνου και είναι ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1995 δημοσίευσε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Τα Δέκα Κύματα (εκδ. Αρμός). Ακολούθησαν η ναυτική ιστορία Στο Γέμισμα του Φεγγαριού (2003, εκδ. Αρμός) και το μυθιστόρημα Ένα Παραμύθι της Ανατολής (2016, εκδ. Αρμός). Η δεύτερη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Ανάπλωρα είναι η τέταρτη συγγραφική του κατάθεση «εκτός των ακαδημαϊκών τειχών», στον χώρο της λογοτεχνίας.
Περισσότερες πληροφορίες για τον συγγραφέα καθώς και το σύνολο των βιβλίων του που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αρμός. Δείτε εδώ
Δείτε την παρουσίαση του βιβλίου στον Αρμό εδώ (VIDEO).
ena-paramythi-tis-anatolis

Βάρος 0.30 kg
Διαστάσεις 14 × 21 cm
Συγγραφέας:

Νίκος Μαρτίνος

Σελίδες:

240

isbn13:

978-960-527-944-8

1 κριτική για Ένα Παραμύθι της Ανατολής

  1. armosbooks

    Τασούλα Καραγεωργίου
    Νίκος Μαρτίνος, «Ένα παραμύθι της Ανατολής»

    Το μυθιστόρημα του Νίκου Μαρτίνου δικαιώνει τον τίτλο του: είναι «Ένα παραμύθι της Ανατολής», που διαθέτει πράγματι όλα τα χαρακτηριστικά ενός παραμυθιού ή αν θέλετε ενός μικρού έπους. Ο συνεταιρισμός Μιχαλιού και καπετάν Γιάννη (ενός παμπόνηρου εμπόρου κι ενός πολύπειρου ναυτικού) προϋποθέτει την οργάνωση μιας μικρή εκστρατείας. Πρόκειται για ένα ναυτικό ταξίδι με αφετηρία ένα μικρό και μάλλον άγονο νησί του Αιγαίου (δεν κατονομάζεται στο βιβλίο) με προορισμό την Ανατολή και μάλιστα την εύφορη γη της Ιωνίας, που πραγματοποιείται σε χρόνο, ο οποίος αορίστως τοποθετείται λίγο προτού ξεσπάσουν οι βαλκανικοί πόλεμοι του 12-13. Στόχος το εμπόριο και μάλιστα το λαθραίο με όλους τους κινδύνους που συνεπάγεται:

    «Το κοντραμπάντο είχε να κάνει πολύ λιγότερο με κάποιους κανόνες του εμπορίου που παραβιάζονταν και είχαν μπει για να γεμίζουν τα δημόσια ταμεία, όταν και όπου δεν τα κατάκλεβαν, και πολύ περισσότερο με την αξιοσύνη και τη λεβεντιά των κοντραμπατζήδων που τα ᾿βαζαν συχνά όχι μόνο με ζαπτιέδες και τελωνειακούς, αλλά πιο πολύ με τους ληστοπεράτες –αυτούς που παραμόνευαν κρυμμένοι σ’ απόμερα νησόπουλα κι αυλάκια να κάνουνε ρεσάλτο και να διαγουμίσουν τα εμπορικά πλοία σπέρνοντας τον τρόμο» (σ.50)

    Αξίζει να προσεχθούν οι δυο αρετές που προϋποθέτουν την επιτυχή έκβαση μιας τέτοιας περιπέτειας: Η αξιοσύνη και η λεβεντιά είναι ακριβώς τα δυο βασικά συστατικά στοιχεία από τα οποία συντίθεται η προσωπικότητα του ομηρικού Οδυσσέα (πολύμητις, πολύτροπος, πολύτλας δῖος, ἐσθλός, πτολίπορθος χαρακτηρίζεται από τον Όμηρο). Το ήθος του καπετάν Γιάννη αλλά και των συντρόφων του είναι πράγματι ομηρικό: με δόλο και παλικαριά αντιμετωπίζουν νικηφόρα τους βάρβαρους ληστοπειρατές. Σημειώνεται ότι οι ήρωες του Νίκου είναι οπλισμένοι όπως και οι ομηρικοί: τιμούν τα όπλα τους όπως κι εκείνοι. Τα όπλα μάλιστα είναι, όπως θα έλεγε και ο Ρίτσος, συνέχεια του χεριού τους· δεν τα αποχωρίζονται ποτέ σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού: όπως οι επικοί ήρωες, και όπως οι κλέφτες και οι αρματολοί.
    Παρόμοια με ό,τι συμβαίνει σε όλες τις επικές ή μυθικές εκστρατείες, έτσι και στο μυθιστόρημα του Νίκου Μαρτίνου, μια ωραία Ελένη (χαρακτηριστικό το όνομα που δίνει στην όμορφη ξανθή κόρη που συναντά ο ήρωας καπετάν Γιάννης την ώρα που εκείνη λευκαινόταν και σιγοτραγουδούσε) σαγηνεύει τον ήρωα στα δίκτυα του έρωτά της και τον οδηγεί στην απόφαση να την πάρει μαζί του στο ταξίδι της επιστροφής αυτήν, τη μάνα και τον αδελφό της. Η συνάντηση των δύο νέων αιωρείται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας και ανάλογος παραμυθικός χαρακτήρας προσδίδεται στην αφήγηση:

    [.…….το πρόσωπό της έλαμπε καθώς τον κοιτούσε και το κορμί της έσφυζε από ζωή. Εκείνος πια δεν ήταν βέβαιος σε ποιο κόσμο ζούσε˙ μήπως η κόρη που είχε μπροστά του δεν ήταν παρά μια φωτεινή οπτασία που δημιούργησε το σαλεμένο του μυαλό ή ήταν η αγαλματένια θεά του έρωτα ή του κυνηγιού που είχε πάρει σάρκα και οστά για να τον σεργιανίσει μέσα στο χρόνο στα μέρη που είχε περιγράψει τόσο ζωηρά στον συνέταιρό του Μιχαλιό ο ελληνιστής γιατρός από τα Σώκια Φαίδων Αδαμαντιάδης; Μόλις συναντήθηκαν οι ματιές τους ήξεραν πως είχαν αγαπηθεί.

    «Άκουσα το τραγούδι σου και ήρθα να σε βρω» της είπε.] Θα έλεγα πως η εκούσια αυτή απαγωγή της Ελένης που γίνεται με άκρα μυστικότητα και υπό την απειλή της οργής του σκληρού μπέη, που επίσης την διεκδικεί, παίρνει υπόρρητα διαστάσεις συμβολικές: Ο Νίκος Μαρτίνος απάγει από την Ιωνία τη σαγηνευτική ομορφιά του μικρασιατικού πολιτισμού όπως αυτή συμπυκνώνεται στα μαγευτικά τραγούδια της Ανατολής. Είναι δε από τις πλέον ποιητικές στιγμές της αφήγησης οι έξοχες ηχητικές εικόνες στις οποίες αριστοτεχνικά ο Μαρτίνος ενορχηστρώνει ήχους από ταμπουρά, ούτι, κανονάκι, τουμπελέκι και νέι ακολουθώντας την παπαδιαμαντική παράδοση της γραφής υπό τη μελωδική υπόκρουση νοσταλγικών ακουσμάτων:

    «… δειλά δειλά στην αρχή και κάπως αμήχανα, ο οργανοπαίχτης του ταμπουρά ξεκίνησε μ᾿ ένα ταξίμι μήνυμα ερωτικό σε κάποια αγαπημένη που είχε αφήσει πίσω του και που δύσκολα θα την ξανάβρισκε. Το μήνυμα έφτασε στους μεγάλους καλαμιώνες του δέλτα για να ενωθεί αρμονικά με το τρυφερό θρόισμα των φύλλων τους. Το ούτι που μπήκε στη συνέχεια, αφού τόνισε με κάθε τρόπο ότι υπάρχει πλήρης ανταπόκριση στο ερωτικό κάλεσμα, άφηνε στο τέλος κάποιες αμφιβολίες για το αν ο έρωτας που έκαιγε στα σωθικά των δύο αγαπημένων θα μπορούσε ποτέ να ολοκληρωθεί. Προτού συνδεθεί το κανονάκι με την ερωτική ιστορία, ένα ελαφρό κρουστό παίξιμο από το τουμπελέκι επανέφερε τους ακροατές στην πραγματική ζωή υπενθυμίζοντας πως η ζωή είναι μικρή και πρέπει να βιαστούμε. Τα τέσσερα όργανα έσμιξαν σ’ ένα μικρό αλλά μουσικά ταιριαστό μονοφωνικό σύνολο, ενώ το νέι που ακολούθησε, υπογράμμισε μελαγχολικά ότι ο έρωτας είναι βαθύς όσο και το πέλαγος, που όμως όσο και να πιείς δεν θα μπορέσεις ποτέ να σβήσεις τη δίψα σου» (σ.149-150)

    Η τελετουργική αυτή διασκέδαση ολοκληρώνεται με τον αμανέ του ήρωα «μέσα σε μια γενική επιδοκιμασία ακόμα και εκείνων που δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα. «Τι να την κάνω τη ζωή κι ας είν΄ και άλλη τόση, αμάν, αμάν, αφού υπάρχει θάνατος και το κορμί θα λειώσει.»

    Καθώς το μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα διαπιστώνουμε ότι ταυτόχρονα ο Νίκος ο Μαρτίνος επιχειρεί με το βιβλίο του αυτό και μια παράλληλη πορεία συγγραφικού νόστου. Πρόκειται για την αναζήτηση ενός υπήνεμου όρμου στα ασφαλή λιμάνια της παλιάς ηθογραφίας, αυτής που συνέδεσε τη γραφή της με τη μοίρα των βασανισμένων κατοίκων του τόπου μας και που μοιάζει σα να ακολουθεί ευλαβικά τα όσα στο «Λαμπριάτικο Ψάλτη» του διακηρύσσει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης:
    Τὸ ἐπ᾽ ἐμοί, ἐνόσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρονῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε, …νὰ ὑμνῶ μετὰ λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ᾽ ἔρωτος τὴν φύσιν καὶ νὰ ζωγραφῶ μετὰ στοργῆς τὰ γνήσια ἑλληνικὰ ἤθη. Ἐὰν ἐπιλάθωμαί σου, Ἱερουσαλήμ, ἐπιλησθείη ἡ δεξιά μου, κολληθείη ἡ γλῶσσά μου τῷ λάρυγγί μου, ἐὰν οὐ μή σου μνησθῶ.
    Αυτή τη μνήμη ανακαλεί και ο Νίκος ο Μαρτίνος επιχειρώντας να αναστήσει με τη γλώσσα της λογοτεχνίας το ήθος και τις αξίες ενός κόσμου που χάθηκε: την ντομπροσύνη, την πονηριά και τη λεβεντιά, ενώ παράλληλα αποπειράται μετ’ έρωτος κι αυτός να περιγράψει τη σαγηνευτική φύση του ελληνικού θαλασσινού τοπίου ενωτιζόμενος ολοένα «το αδιάκοπο ερωτικό παιχνίδι της θάλασσας με την αμμουδιά του αυλακιού».

Προσθήκη μίας αξιολόγησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μπορεί επίσης να σας αρέσει…