solstitium

Περισσότερες πληροφορίες για τον συγγραφέα καθώς και το σύνολο των βιβλίων του που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αρμός. Δείτε εδώ.   Ο Γιώργος Βαρθαλίτης γεννήθηκε στην Κόρινθο το 1972. Σπούδασε κλασσική και σύγχρονη φιλολογία στα πανεπιστήμια Αθηνών και Χαϊδελβέργης, απ’ όπου απέσπασε το διδακτορικό του (2000). Δημοσίευσε τα ποιητικά βιβλία Solstitium (εκ. Αρμός) και Νουμηνία (εκ. Εριφύλη). Μετέφρασε Γέητς, Χόφμαννσταλ, Ιωάννη Γεωμέτρη, Μάρουλο, Βιργίλιο και επιμελήθηκε το αφιέρωμα του περιοδικού «Πλανόδιον» στον Στέφαν Γκεόργκε. Άρθρα, κριτικές και μελετήματά του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και εφημερίδες.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ
Πώς μια ακηλίδωτη λευκότητα κυκλώνει
τον χώρο αυτόν, τα δέντρα τ’ άγρια κι’ εμένα –
το πιο ακηλίδωτο λευκόν σαν το σεντόνι
στα μέλη πάνω του Κυρίου τα πληγιασμένα.
Εδώ ο τραχύς σαρώνει άνεμος τη σκόνη,
κι εδώ διανοίγονται τα μάτια μου ολοένα
στην κρύα διαύγεια που μπρος μου ξεδιπλώνει
νεκρές εκτάσεις από δέντρα γυμνωμένα
σαν τις πτυχές ενός ατέλειωτου χιτώνα.
Υπάρχω πλέον άλλο. Ο κύκλος έχει κλείσει.
Και στον σκληρό βαθιά κι απέραντο χειμώνα
που ο ήλιος καίει στο στερέωμα καρφωτός
ορμώντας χύνονται παντού σαν το μελίσσι
οι φλόγες τώρα από τα σίμβλα του φωτός.
Περιδινούνταν —νόμιζες— σαν δίσκος
το στάδιον, που θα κραύγαζες. Κατέβης
τα σκαλοπάτια — έτρεξες πατώντας
τις πλάκες του μαρμάρου στις εισόδους—
προσπέρασες αμέσως τις διαβάσεις
και του Εθνικού του Κήπου ακολουθώντας
το δωρικό κιγκλίδωμα αίφνης βγήκες
στην ανοικτή μεγάλη λεωφόρο:
συμφόρηση σαν πάντα αυτοκινήτων—
βαφή φαιά κι ιώδης της ασφάλτου-
μια στίλβη μωσαϊκού στο πεζοδρόμιο
και της Κομμαγηνής πιο εκεί ή πρεσβεία.
Και πιο μακριά στο βλέμμα ξεχώριζαν
οι κρύες διαπυρώσεις των σύννεφων
ψηλά στ’ αρχαίο ξενοδοχείο «Σεράπιον»
κι η διαύγεια του ουρανού που αντανακλώταν
μ’ ενάργεια σκληρή σαν το διαμάντι
στο ύδωρ των κρυστάλλινων μεγάρων—
την ώρα που η αδυσώπητη άκρα ενάργεια
του ερωτά καθήλωνε τον χρόνο.
Η λεωφόρος άδειασε σαν θαύμα
κι η πιο λευκή μαρμαρυγή χυνόταν
παντού — μια λάμψη εγκάρσια που τότε
με τη μαγνητική της τράβαγε έλξη
στο κέντρο του ήλιου μέσα την ψυχή σου,
στον τέλειο κύκλο που όλα τα αναλώνει
θαρρείς μηδέν μα κι άπειρον συνάμα.
Απ’ το ίδιο εκείνο εκλύθηκε το κέντρο
του δελφικού φωτός αβυσσαλέα
ο άνεμος που σάρωσε τα πάντα
νεκρώνοντας τους δρόμους της Αθήνας. solstitium.
Η δυνατή του ανταύγεια απορροφούσε
καθώς σκιές της Νέκυιας τους ανθρώπους
και στα μουσεία της πόλης εισχωρώντας
ζωογονούσε τα σβησμένα μάτια
των αγαλμάτων ακαριαία — όταν
απ’ την αιφνίδια ανάφλεξη ραγίσαν
οι αόρατες ουράνιες κλεψύδρες
κι ανοίχθηκε βαθιά μες στην καρδιά σου
η αρχαϊκή κραυγή του αέναου Ρόδου:
εκεί εμφανίστηκε έξαφνα λες κι είχε
ανέλθει απ’ το σημείο μηδέν του κόσμου
αγέρωχη η γυναίκα πού αγαπούσες.
Τα επίχρυσα ματόκλαδα ανατείλαν
της δολερής Ηλιοδώρας κι όπως
τον σίδηρο η φωτιά σε πυρπολούσε
το ιώδες φως του βλέμματος της – πόνος
οξύς σαν τη χρυσήλατη περόνη
της Ιοκάστης — όμορφη που μόνον
στην αγκαλιά σου πάλι να τη σφίξεις
και να πεθάνεις θέλησες — γυναίκα
βαριά κι από πηλό και φλόγα – κνήμες
χαλκές και βλεφαρίδες της Αστάρτης—
το διάδημα της Νύχτας στα μαλλιά της
και του φωτός στα χέρια της τα σκήπτρα.
Και σαν φτερούγες τ’ άπλωσε ξεσπώντας
σε γέλιο αναίτιο και καθάριο που όλο
και πιο μακριά στον ουρανό αντηχούσε
χαράζοντας ανήλεα τη μνήμη
με μια ανεξίτηλη γραμμή από αίμα
σαν μαχαιριά. Με χέρια ορθάνοιχτα έτη
φωτός απομακρύνθηκε από σένα
για τ’ αστρικά διαστήματα των κόσμων—
ενώ το γέλιο της ηχούσε ακόμη
πριν στον ορίζοντα σβηστεί με του ήλιου
τις τελευταίες λάμψεις στη γαλάζια
σκληρή σιγή της μοναξιάς τριγύρω—
της μοναξιάς που φάνηκε ν’ ανοίγει
κυαναυγής κι απύθμενη βαθιά σου
καθώς η θάλασσα. Κι εσύ σε εκείνη
βυθίστηκες: στις κρύες υγρές οδούς της,
στις νεκροπόλεις μέσα των υδάτων
και τις βαθιές απέραντες στοές τους
με τα νεκρά τ’ αγάλματα του πόθου-
τη θλίψη του Αντινόου και του Πατρόκλου
και το πικρό της Μνησαρέτης πένθος
που σε κοιτά με μάτια νεκρωμένα
κι ο κρόταφος της στάζει πάντοτε αίμα.
Και γέμισαν σαν άμμος την κλεψύδρα
εικόνες σκόρπιες τη συνείδηση σου—
οι λεωφόροι — οι Κόρες του μουσείου—
η βοή απ’ τα αυτοκίνητα στον δρόμο—
η ζωογόνα αδρή πνοή του άνεμου—
τα κέντρα του εμπορίου- παγωμένη
αρχιτεκτονική ορθογώνιου ύαλου—
το κοφτερό στεγνό γαλάζιο ψύχος—
η ανεξιλέωτη πληγή στη μνήμη—
η αιθρία του χειμώνα — η απουσία.
—Και του ουρανού η αδιάφθορη διαφάνεια
μια αρραγής δικαιοσύνη ήταν
σκληρή κι αχάραγη καθώς διαμάντι.
 Τα λογοτεχνικά περιοδικά Εμβόλιμον + Νέο Πλανόδιον διαβάζουν ποίηση( Γιώργος Βαρθαλίτης).
solstitium

Βάρος 0.15 kg
Διαστάσεις 14 × 21 cm
Συγγραφέας:

Γιώργος Βαρθαλίτης

Σελίδες:

44

isbn13:

978-960-527-370-5

Αξιολογήσεις

Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.

Δώστε πρώτος μία αξιολόγηση “Solstitium”

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μπορεί επίσης να σας αρέσει…