Διαρρηγνύοντας την αμφιβολία

Προλογικό σημείωμα
Εισαγωγή
Προς αποζήτηση της σωστής διάταξης.
Σχόλιο στο ποίημα της Κικής Δημουλά, «Λάθος διάταξη».
Μικρή και μεγάλη οικο-νομία.
Μια απόπειρα (επαν)εύρεσης του τοπικώς και θεολογικώς κατοικείν μέσα από το έργο του Σταύρου Κουγιουμτζή, της Κικής Δημουλά και του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.
Παπαδιαμάντη και Δημουλά μελαγχολική συγχορδία.
Η απογοήτευση και η απομάκρυνση από την Εκκλησία μέσα από παράλληλη ανάγνωση του διηγήματος «Τα πτερόεντα δώρα» και του ποιήματος «Μεγάλη Εβδομάδα».
Διαρρηγνύοντας την αμφιβολία.
Ψηλαφήματα στα «λειτουργικά» ποιήματα της Κικής Δημουλά ή εκκλήσεις σε έναν Θεό που είναι Πλησίον.
Abstract
Δείτε εδώ την παρουσίαση του βιβλίου “Τόπος Χρονοποιός”.
diarrigniontas tin amfivolia
Ο Παναγιώτης Θωμά γεννήθηκε στη Λάρνακα της Κύπρου το 1981. Σπούδασε θεολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών από το Holy Cross Greek Orthodox School of Theology στη Βοστόνη (2005). Αναγορεύτηκε διδάκτορας θεολογίας από το Αριστοτέλειο (2010) μετά από έγκριση διατριβής του για την έννοια του τόπου στο έργο των Νίκου Γ. Πεντζίκη και Wendell Berry. Διδάσκει Θρησκειολογία στην Αγγλική Σχολή (English School) Λευκωσίας, Διδακτική των Θρησκευτικών στην Προδημοτική Εκπαίδευση στο Πανεπιστήμιο Frederick. Και Μεταπτυχιακό Σεμινάριο με τίτλο Θεολογία και Πολιτισμός στο Τμήμα Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε ελληνόφωνα και αγγλόφωνα περιοδικά (Σύναξη, Intel-lectum, Ένεκεν, The Journal of Religion and Film, Σynthesis κ.α.). Είναι Αρχισυντάκτης του ηλεκτρονικού περιοδικού Συμ-βολή της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας. diarrigniontas tin amfivolia. Έχει μεταφράσει τα παραμύθια του Όσκαρ Ουάιλντ Ο Εγωιστής Γίγαντας, Ο νεαρός Βασιλιάς και Ο Ευτυχισμένος Πρίγκιπας (Αρμός 2013, 2014). Και της Σέλμα Λάγκερλεφ Η Άγια Νύκτα, Ο Μύθος του Χριστουγεννιάτικου Τριαντάφυλλου και Ο Μύθος της Φωλιάς των Πουλιών (Αρμός, 2014, 2015). Υπήρξε μέλος της χορωδίας «Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος» Θεσσαλονίκης (2002-2007). Ιδρυτικό μέλος μαζί με τον Γιώργο Καλογήρου του μουσικού σχήματος Ενδοχώρα, του οποίου υπήρξε και ερμηνευτής (2007-2011). Τα τραγούδια του Ελένη (στίχοι και μουσική) και Γυναίκα της Απόγνωσης (μουσική Χρυσόστομου Σταμούλη) δημοσιεύονται στη δισκογραφική εργασία του Γιώργου Καλογήρου Καλά το λεν για το φεγγάρι (ILP Productions 2009) και το τραγούδι του Κατάλευκο Πουλί (μουσική Χρ. Σταμούλη) στην δισκογραφική εργασία του Χρυσόστομου Σταμούλη Αγάπη σ’ αγαπάω (Αρμός 2013). Δημοσίευσε τα παραμύθια Δροσοσταλίδα (Ακτίς 2012), σε κείμενο και στίχους δικούς του και μουσική της Σταυρούλας Θωμά και Η χορωδία των Χριστουγέννων (Αρμός 2016).
Διαρρηγνύοντας την αμφιβολία

Βάρος0.270 kg
Διαστάσεις14 × 21 cm
συγγραφέας:

Παναγιώτης Θωμά

Αριθμός σελίδων:

188

5 κριτικές για Διαρρηγνύοντας την αμφιβολία

  1. Γεώργιος Ορφανίδης

    Πρόκειται για ένα εξαιρετικό πόνημα με αξιόλογες φιλολογικές, φιλοσοφικές και θρησκευρικές προεκτάσεις, που δύναται να λειτουργήσουν ως εργαλεία σκέψης για ένα πλήθος ανθρώπων που ασχολούνται με τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες, επαγγελματικά ή μη. Η γραφή δυνατή, και τολμηρή σε ορισμένα σημεία, με πολύ ενδιαφέρουσες ερμηνευτικές-πραγματολογικές αναλύσεις-προσεγγίσεις. Συμβάλλει στην εν γένει διεπιστημονική μελέτη οικουμενικών εννοιών του πνευματικού γίγνεσθαι. Η αξία του ποιητικού λόγου στο επίκεντρο.

  2. Νίκος Γκούνας

    Εξαιρετική μελέτη για τη σχέση θεολογίας και Τέχνης. Αξίζει πραγματικά και για τον τρόπο που ο συγγραφέας αντιμετωπίζει το έργο της Δημουλά, αλλά και γενικώς για τους βαθυστόχαστους στοχασμούς του για θέματα που προβληματίζουν το σύγχρονο κόσμο.

  3. Γεώργιος Ορφανίδης

    Ορφανίδης, Γ. (2021). Παναγιώτης Θωμά, Διαρρηγνύοντας την αμφιβολία. Μελετήματα για την ποίηση της Κικής Δημουλά, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αρμός, 2020 (Βιβλιοκριτική). Εκδοτικά Νέα (Τετράμηνη Έκδοση Κριτικών Αναφορών των Εκδόσεων Γράφημα, Θεσσαλονίκη), 4(1), 4.

    Παναγιώτης Θωμά, Διαρρηγνύοντας την αμφιβολία. Μελετήματα για την ποίηση της Κικής Δημουλά, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αρμός, 2020.

    Αποφασισμένος να μας παρουσιάσει μια άλλη μυθοποιητική οπτική, μη τετριμμένη, μη εναργώς φιλολογική, και σαφέστατα όχι καταδικασμένη υπό τη σκέπη του συντηρητικού θρησκεύειν, ο Παναγιώτης Θωμά διαρρηγνύει αμφιβολίες που βασανίζουν το ελληνικό ingenium loci, όπως αυτό αναπλάθεται, και εν τέλει,
    παγιώνεται στην αέναη χεγκελική εκτύλιξη του πολιτισμού. Αναδεικνύει μια πτυχή αντίληψης του χωροχρόνου αριστοτεχνικά κρυμμένη στις μύχιες σκέψεις της Κικής Δημουλά (1931-2020). Προσπαθεί να καλύψει ένα χρόνιο χάσμα που δημιουργήθηκε μεταξύ της ποιήτριας και ημών, διότι πολλές φορές φιλόλογοι και μη αφήσαμε το θρησκευτικό στοιχείο των ποιητικών αποσταγμάτων της ποιήτριας σχεδόν ανέγγιχτο.
    Και έμεινε, λοιπόν, το θρησκευτικό ιδεώδες της Κικής Δημουλά παρθενικό, ήτοι γεμάτο ηδονικές εκπλήξεις, για όσους και όσες δοκιμάσουν έστω και λίγο από αυτό τον καρπό της πνευματικής τέρψης.

    Ο Παναγιώτης Θωμά φέρνει τον απόμακρο Ουρανό, το Βασίλειο του Θεού πολύ χαμηλά, στη Γη, στο Βασίλειο των Ανθρώπων, ακολουθώντας την σπαρακτική σκέψη της Κικής Δημουλά. Η τελευταία προσπαθεί μετά μανίας να μιλήσει για μια σωστή
    «κοσμική διάταξη». Πώς, όμως, δύναται να ορισθεί το ορθό στην προκειμένη περίπτωση; Δύσκολη ερώτηση. Οι πιθανές απαντήσεις πολλές, ίσως, όχι εξίσου ικανοποιητικές. Στο παρόν βιβλίο ο χώρος εναλλάσσεται συνεχώς με ζητήματα που αφορούν το χρόνο μέσα από ένα δίκτυο αναστοχασμών με χριστιανικό υπόβαθρο, και μια δόση (αυτο)κριτικής. Σε αυτή την ατέρμονη εναλλαγή, ο Παναγιώτης Θωμά δοκιμάζει συγκριτικού τύπου προσεγγίσεις, ακροβατώντας μεταξύ πραγματικής
    φθοράς και ποιητικής αφθαρσίας. Ως εκ τούτου, συμπορευόμενος, αρχικά, με την ανήσυχη φύση του Σταύρου Κουγιουμτζής (1932-2005) και του Νίκου Γαβριήλ
    Πεντζίκη (1908-1993), ο συγγραφέας του εν λόγω πονήματος διαταράσσει το παραδοσιακό γίγνεσθαι που προσδιορίζει τον μικρόκοσμο και τον μεγαλόκοσμο, το υλικό και το άυλο, το αληθές και το ψευδές. Έπειτα, όντας θέσει «μελαγχολικός» ο
    συγγραφέας δε διστάζει να αναδιπλώσει την κριτική επί μιας – σχεδόν θαμμένης λογοτεχνικά – απογοήτευσης και απομάκρυνσης από τον εκκλησιαστικό θεσμό, όπως αναπτύσσεται στην πνευματική συγχορδία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911) και της Κικής Δημουλά.

    Για τον Παναγιώτη Θωμά όλα αυτά αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη «αξία», όταν συμπληρώνονται από το εμφύτως ωθούμενο ψηλάφισμα των «λειτουργικών» ποιημάτων της Κικής Δημουλά, ή αλλιώς, εκείνων των εκκλήσεων προς ένα Θεό,
    φιλεύσπλαχνο και μακρόθυμο, που ανανεώνουν την ψυχοσύνθεση των «όσων πιστών προσέλθουν» κατά τις παννυχίδες των προσευχών. Αυτά τα κείμενα, συγκεντρωμένα
    και επεξεργασμένα πλέον ποικιλοτρόπως μέσω ανατρεπτικών πραγματολογικών σχολίων, μετουσιώνονται μετά φόβου σε άλλες λαβίδες τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας, αφού συμβολικά μεταφέρουν – χωρίς διάσπαρτες και περιττές σημασιολογικές παρεμβολές – τον αναγνώστη σε μια Θεία Λειτουργία που επαναλαμβάνεται εκτός των χωροταξικά ελεγχόμενων Κυριακών, σε χώρο και χρόνο που ο καθένας και η καθεμία επιθυμεί. Τότε, ο θεατής διαδραματίζει εκούσια και το ρόλο του πρωταγωνιστή, ακόμα και αν δε γνωρίζει πώς ακριβώς να στήσει το χορό του πέριξ της ιερής θυμέλης. Οι λέξεις των δημουλικών ποιημάτων είναι ρηξικέλευθες, γεμάτες ρεαλισμό και ρευστό συμβολισμό. Μολαταύτα, ο Παναγιώτης Θωμά
    διαρρηγνύει, ακόμα και αυτές τις ομολογουμένως δύσκολα χειραγωγούμενες, αμφιβολίες του κάθε ανθρώπου, δημιουργώντας τη δική του σημείοσφαιρα, ωσάν κρυφός ιεροφάντης μιας ποιήτριας-δελφικής φιγούρας που άφησε, μεταξύ άλλων, ως πολιτισμική παρακαταθήκη ένα θρησκευτικό γίγνεσθαι άκρως απύθμενο, και παράλληλα, αυτο-τροφοδοτούμενο.

    Γεώργιος Ορφανίδης
    Υποψήφιος Διδάκτωρ ΑΠΘ, σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Τουλούζης II
    ΠΕ 02, ΠΕ 34

  4. Έλση Δημουλά

    Στο διάστημα που προηγήθηκε της σημερινής μας συνάντησης, διαβάζοντας ξανά το τόσο εύστοχο βιβλίο του Παναγιώτη Θωμά ΔΙΑΡΡΗΓΝΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ , συνειδητοποίησα, κοιτώντας πια με άλλα μάτια, πόσο αδιάκοπο ήταν αυτό το «πάρε δώσε» της μητέρας μου με το Θεό της. Πόσο τον πίστευε και τον αρνιόταν μαζί. Αιρετικός ο τρόπος της κι ανορθόδοξος, μα σε κάτι ήταν απολύτως «ορθόδοξη»: στο «αγαπάτε αλλήλους». Η σκληρότητα, η ασυγκινησία κι η έπαρση, δεν υπήρξαν ποτέ εντός της. Μιλώ με τόση βεβαιότητα γιατί ήμουν ένα με κείνη, εγώ ήμουν εντός της. Δώρο ακριβό να την συνοδεύω παντού κι άλλοτε να την ακούω να απαντάει σε προσκλήσεις που αδυνατούσε να παρευρεθεί λέγοντας : «Θα έρθει η κόρη μου αντί για μένα , θα μιλήσει η κόρη μου αντί για μένα ».Κι όσο την είχα, αυτό το «αντί» ήταν μια αθώα, γλυκιά συνωμοσία μεταξύ μας που βέβαια εκτόξευε το δικό μου άγχος . Τώρα θα μιλάω σηκώνοντας ένα βαρύ αλλιώτικο «αντί» κι ένα αντίο μαζί…

    Πώς να διαρραγούν οι αμφιβολίες που τόσα μέσω αυτών ύμνησε η Κική Δημουλά; Η ίδια βοηθάει γράφοντας στον Έρανο Σκέψεων : «άθεη δεν είμαι, ονειρεύομαι τον πλησίον αλλά εμπιστεύομαι τον απόμακρο». Η αμφιβολία ήταν το συνεχές τάισμα της ποίησής της και το προσάναμμα για τη σταθερή και αδιατάρακτη οικειότητα, που έχτισε με το Θεό. Την καλλιέργησε με τους αναρχικούς στίχους της, τις ατέλειωτες απορίες, την ευγενική αφοβία της, την καθηλωτική ειλικρίνειά της προς Αυτόν, την συμπόνια που ένοιωθε γι΄ Αυτόν. Γράφει: «μη νομίζεις πως δεν εξαντλεί να συμπονάς το θείον».

    Ο ίδιος ο Ιησούς αποκάλυψε ως μόνη αλήθεια ένα άλλο ήθος, έναν άλλο τρόπο, αυτόν της ανασφάλειας και της αβεβαιότητας μας βεβαιώνει ο Χρυσόστομος Σταμούλης.

    Θεομαχούσε ακατάπαυστα με το αόρατο, το αφανέρωτο αλλά παραδέχεται : «όσο κι αν σε ταρακουνώ δεν ξεριζώνεσαι με τίποτα Θεέ μου από το χωμάτινο είναι μου…..».

    Η εμμονή για την αρμονία αυτού του κόσμου την έκανε και Τον καλούσε πολύ συχνά, και στην ποίησή και στην πραγματική ζωή της.. Άλλοτε ευχαριστώντας τον κι άλλοτε θυμωμένη που της κρυβόταν μην τον μαλώσει.. Φαίνεται πως θα της είχε δώσει κάποια δικαιώματα… Ο Παναγιώτης Θωμά γράφει πως με κάθε τρόπο ζητούσε την αμεσοποίηση της σχέσης της με το Θεό. Ποτέ όμως δεν χρησιμοποίησε ανευλαβείς τρόπους ακόμη κι όταν διερωτάτο παγωμένη μήπως δεν είναι τόσο πολυέλεος όπως τον θέλει η ελπίδα και ο φόβος μας. Ούτε κι όταν ταραζόταν και θύμωνε πολύ με τη δυστυχία του πλησίον. Είχε τόση έννοια γι αυτόν τον «πλησίον» που κάποιες φορές ζήλεψα…Όχι πως μου έλειψαν τα θωπευτικά λόγια της, μου έλεγε συχνά :«Ελση δεν θέλω να πεθάνω γιατί δεν θα σε βλέπω». Ήξερε βέβαια πως δεν θα τον απέφευγε το θάνατο, ήθελε όμως όταν …. να διατηρήσει μια μικρή αδιόρατη επαφή με τον κόσμο που θα άφηνε… Η απότομη, η απόλυτη και ασφυκτική εξαφάνιση πνιγμένη στο χώμα, την συγκλόνιζε, έγραψε πριν λίγα χρόνια στον Παναγιώτη Θωμά. Ήταν βέβαιη πως δεν πλαστήκαμε για να πεθαίνουμε εντελώς… Η μεγάλη κόντρα μαζί Του ήταν εδώ, αυτό το τέλος μας δεν είχε να κάνει με το Θεό της.

    Τον έψεγε, πως δεν απέτρεψε τον θάνατο, ούτε τα γηρατειά, που την απασχόλησαν ίσως ακόμη περισσότερο . Γιατί θάνατος για κείνη ήταν η κάθε προδοσία, η κάθε αναχώρηση, η κάθε μη δυνατότης. Τις ύμνησε κι αυτές πολύ..

    Τα ποιήματά της θεοκρατούνται, πανταχού παρών ο θεός Της. Τόσο παρών που, την πείραζα πως επιτέλους βρήκα το τρίτο πρόσωπο που μπαίνει ανάμεσά μας! Πάντα παρών και θεοποιημένος και ο έρωτας. Έρωτας και θάνατος, έρωτας και όνειρα, ταυτίζονται σχεδόν στην ποίηση της. Επέμενε πάντα στο αδιαχώριστο του έρωτα και της θρησκείας. Η μεγάλη εβδομάδα ήταν το φόρτε της… Βίωνε τα πάθη ιδιότυπα, σχεδόν ερωτικά, χωρίς καμιά προσποίηση ή τυπολατρεία. Δεν την πείραζε να μην χωράει μέσα στο Ναό, επισημαίνει ο συγγραφέας αναφερόμενος στο ποίημα η Μεγάλη Εβδομάδα. Εγώ ξέρω πως όχι μόνο δεν την πείραζε, αλλά πως έξω ήθελε να μένει, ελεύθερη, με κείνη την δική της προσέγγιση στην προσευχή . Και να είναι ευδιάκριτη, μήπως την βρει πιο εύκολα το θαύμα…
    Η μάνα μου, είναι γεγονός, παρέκκλινε πολύ από τη νόρμα του συμβατικού χριστιανού.

    Όσο για τα όνειρα, τα πάρα πολλά , στην ποίηση και στη ζωή της, θεοποιημένα κι αυτά. Μια δεύτερη ζωή ζούσε μέσω αυτών..

    Θεός και όνειρα άλλωστε φτιαγμένα από τα ίδια υλικά: του υπερούσιου, του ανεξήγητου, του ομιχλώδους και ενίοτε φοβιστικού…

    Για την ατέλειωτη ενασχόλησή της με το θείο και την κοπιώδη μελέτη της ύπαρξής Του ο καθηγητής και φίλος Χρυσόστομος Σταμούλης αναγνώρισε την θεολογική πλευρά της ποίησής της και πήρε την γενναία απόφαση να την προτείνει και να ανακηρυχθεί το 2015, σε επίτιμη διδάκτορα της θεολογικής σχολής του ΑΠΘ . Την ανάμνηση αυτού του γεγονότος και της παραμονής μας τότε στη Θεσσαλονίκη την χρησιμοποιούσε έκτοτε η μητέρα μου σαν δραστικό αντικαταθλιπτικό.

    Το πόσο βασανίστηκε η μάνα μου από την αμφιθυμία της διάθεσής της και το κουραστικό κολύμπι στη χαρμολύπη, το ξέρω καλά εγώ, που κολύμπησα στην τρικυμία της. Δεν ήταν ποιητικό τέχνασμα. Έτσι ήταν η πραγματικότητά της, κι από αυτό το «έτσι» απορρέει η ποίησή της. Ο Παναγιώτης Θωμά το αντιστρέφει: γράφει πως η ζωή της είναι η αλήθεια που απορρέει από αυτήν την ποίηση. Εκείνη χρησιμοποίησε την ποίησή της σαν οδόφραγμα στην περαστικότητα του χρόνου. Του μεγάλου εξουσιαστή της ζωής της που τη βασάνιζε περνώντας….Δεν του το συγχώρησε ποτέ..

    Τα τελευταία χρόνια που όλα δυσκόλευαν κι εκείνη κι εγώ επιζητούσαμε προφανείς επιβεβαιώσεις, με ρωτούσε συχνά : «πόσο μ αγαπάς ;» αν κι ήξερε καλά πόσο πολύ..… Της έλεγα «ε .. λιγάκι, να, από τη γη ως τον ουρανό και πάλι πίσω» . «Εσύ μάνα, πόσο μ αγαπάς» ; «από δω ως το θάνατο και πάλι πίσω…..» μου ‘λεγε. Ήλπιζε φαίνεται πως ο δρόμος αυτός ήταν διπλής κατεύθυνσης… Όλα τα πολύτιμα λόγια της στο Icloud…στην κυριολεξία, τα αποθήκευσα….

    Έχω την ελπίδα πως μου συγχωρήσατε κάποιες πολύ προσωπικές αναφορές στις δυο μας, αλλά μιλώντας έτσι, νομίζω πως τη βλέπω να κάθεται κι εκείνη ανάμεσά μας…Κάτι που πολύ θα το ήθελε. Σας ευχαριστώ θερμά για την τιμητική φιλοξενία και των δυο μας. Για το «Δώρο πανάκριβης σημασίας» που μας κάνατε.

    Κείμενο που διαβάστηκε κατά τη διαδικτυακή παρουσίαση του βιβλίου στις 14.12.2020.

  5. Ιωάννης Βογιατζής

    Μυσταγωγός ο Παναγιώτης Θωμά στην Ποιητική Αποκάλυψη της Κικής Δημουλά. Αν η αγαπημένη του και αγαπημένη μας ποιήτρια αγγίζει τα πράγματα του κόσμου με ειλικρίνεια, αγάπη και θρησκευτική ευλάβεια, τότε ο Παναγιώτης ιερουργώντας τα ”σήματα” μάς προσκαλεί σε εγρήγορση και σαν «προειδοποιητικά σήματα σε ναρκοπέδιο» μάς διαβαίνει στην ιερή επικράτεια του νοήματος της ύπαρξης.

    Τίποτε δεν περισσεύει από την ακαταμάχητη έλξη των λέξεων και των εικόνων της μιας και των συνειρμών και των ανατροφοδοτήσεων του άλλου, αφού όλα του κόσμου τούτου τα πράγματα υπάρχουν ως έμπλεα της θρηνωδούσας πίστης και της απέλπιδας αγάπης για να μας αιφνιδιάζουν όχι βεβαίως με την εμφαντικότητα και την πρόταξη των ιδεών αλλά με την ομορφιά και το βάθος τους, στην άμεμπτη και ασίγαστη αγωνία της δημιουργού και του ανα-δημιουργού της Ποίησής της.

    Καλήν αντάμωση Κική μας….!!!!

Προσθήκη μίας αξιολόγησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μπορεί επίσης να σας αρέσει…