o topos mesa mas

Η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, γεννημένη στο Λιβαδοχώρι Σερρών κι απόφοιτη του Γυμνασίου Θηλέων Σερρών, ολοκλήρωσε τις προ- και μεταπτυχιακές σπουδές της (Msc) στη Σχολή Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλας κι εργάστηκε ως κλινικός ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια σε Δημόσιες μονάδες Εκπαίδευσης, Αποκατάστασης και Ψυχικής Υγείας στη Σουηδία και Ελλάδα. Διετέλεσε Διοικητική Προϊσταμένη του ΚΕΔΔΥ Σερρών, δίδαξε Λέκτορας επί συμβάσει στο ΤΕΦΑ Σερρών του ΑΠΘ. Πιστοποιημένη Εκπαιδεύτρια Εκπαιδευτών Ενηλίκων συνεργάστηκε με δημόσιους φορείς και Πανεπιστημιακά ΚΕΚ, συντονίζοντας ομάδες Επιμόρφωσης ενηλίκων, Συμβουλευτικής γονέων και Εκπαίδευσης των Εκπαιδευτών Ενηλίκων. Είναι μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων (ΣΕΨ), του «The Uppsala University Alumni Network», της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ), και της Εταιρίας Karin Boye Sällskapet. Εξέδωσε πέντε ποιητικές συλλογές και ένα βιβλίο μετάφρασης σουηδικής ποίησης. Συμμετέχει σε συλλογικές εκδόσεις και έντυπες ή ηλεκτρονικές ανθολογίες. Συνεργάζεται με έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά με κριτικές αναγνώσεις ή δημοσιεύσεις ποιημάτων και διηγημάτων της. Ποιήματα και διηγήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, σουηδικά, γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά.
Τώρα που στήσαν του χουρό
Καθόταν με τον πατέρα της στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη. Σούρουπο ήταν, μάλλον κάποιας Κυριακής. Σιωπηλοί κι οι δυο τους. Μια σιωπή που έβραζε. Ποτέ δεν ήταν εύκολη η κουβέντα μαζί του, τώρα όμως ήταν αλλιώς. Μικρές τις χάιδευε, τις έλεγε γλυκόλογα, τις φιλούσε. Αφότου άρχισαν να διαμορφώνονται γυναίκες, τις κρατούσε σε απόσταση. Ενδεχομένως για να μπορεί να τις ελέγχει. Ήθελε να κερδίσει τον σεβασμό κι αυτές ένιωθαν δέος και φόβο μπροστά του. Το ίδιο και τα αγόρια του χωριού. «Τα κορίτσια του Διγενή», έλεγαν και δεν τολμούσαν να τις πλησιάσουν. Τώρα όμως η σιωπή ήταν αλλιώτικη, εκκωφαντική. Στα τελευταία καθίσματα καθόταν μια παρέα νέων αγοριών. Επέστρεφαν μάλλον στη Θεσσαλονίκη για το μεροκάματο. Αγροτόπαιδα από τα χωριά της Νιγρίτας. Σαββατόβραδο κατέβαιναν στα χωριά τους και επέστρεφαν βραδάκι Κυριακής. Αυτή με τον πατέρα δίπλα της έπνιγαν σκέψεις και έγνοιες σε ποτάμια σιωπής. Θα την πήγαινε στο σιδηροδρομικό σταθμό να πάρει το τρένο για Σουηδία. Μονάχη. Κοπελίτσα στα δεκαοχτώ. Έφευγε να βρει τον δρόμο της. Πρώτη φορά θα ανέβαινε σε τρένο. Θα την περίμενε η αδερφή της στον σταθμό της Στοκχόλμης. Της είχε γράψει ότι εκεί θα μπορούσε να πάρει φοιτητικό δάνειο να σπουδάσει. Τα αγόρια μιλούσαν ζωηρά. Φώναζαν σχεδόν. Μπορεί να ήταν και παρέα νέων που έφευγαν από το χωριό, για να καταταχτούν στον στρατό. Άρχισαν να τραγουδούν. Σπαρακτικά. «Τώρα που στη– Μαρία μου/τώρα που στήσαν του χουρό/όλες οι βε– Μαρία μου/όλες οι βέργες είναι δω/δική μου βέργα δε είναι δω». Άρχισε να κλαίει. Από μέσα της χύθηκε χείμαρρος ένας παρατεταμένος γόος. Αδύνατο να τον ελέγξει. Έκλαιγε σχεδόν σε όλη τη διαδρομή. Ο πατέρας σιωπηλός. Δεν έβγαλε κουβέντα. Δεν της είπε τίποτε. Ποιος ξέρει, μπορεί κι αυτός να έκλαιγε από μέσα του. Δεν θυμόταν τίποτε άλλο από τη διαδρομή. Τον αποχαιρετισμό. Την επιβίβαση στο τρένο. Για χρόνια ένιωθε ενοχή. Πίστευε ότι τον είχε πονέσει βαθιά με το ανεξέλεγκτο κλάμα. Πολύ αργότερα, όταν πια κι αυτή βρέθηκε στη θέση του, απορούσε και θαύμαζε το κουράγιο του.
Διαβάστε εδώ την προδημοσίευση ενός αποσπάσματος από το βιβλίο«Ο τόπος μέσα μας» στην Bookress.
o topos mesa mas

Βάρος 0.360 kg
Διαστάσεις 14 × 21 cm
συγγραφέας:

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

Αριθμός σελίδων:

258

Αξιολογήσεις

Δεν υπάρχει καμία αξιολόγηση ακόμη.

Δώστε πρώτος μία αξιολόγηση “Ο τόπος μέσα μας”

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Μπορεί επίσης να σας αρέσει…